Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ


Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Rene Magritte 1940
Ο Νότος!
Οι Πολεμιστές του Νότου, επωάζουν ένα Έρωτα Φάνητα Ωόν ,ακόμη και στην παγωνιά του χειμώνα σε Αλκυονίδες ημέρες τον καιρόν. Το φροντίζουν, το προστατεύουν, το ανατρέφουν , το διατρέφουν, το κυοφορούν γιατί βαθιά, σταθερά το αγαπούν.
Χορεύουν μαζί του και του τραγουδούν.
Είτε μιλούν, είτε σιωπούν, όλος ο χώρος γύρω τους διαποτίζεται από μια αύρα Απολλώνιας ζεστασιάς, εκτυφλωτική και ο χρόνος από μια Διονυσιακή οκτάβα μουσικής, υπερβατική.
Συνδέουν, ζευγαρώνουν το ναγουάλ με το τονάλ, ενέργεια και ύλη και είναι πραγματικοί δημιουργοί.
Με το άψογον των «μη πράξεων» τους, καλούν το πνεύμα να εμφανισθεί στην μεγάλη του κόσμου την σκηνή ,κυνηγοί και ονειρευτές αποτελεσματικοί.
Ο δισέγγονος του Ερμή, έρχεται από τον Νότο, την Κρήτη όπως δηλώνει στην Πηνελόπη σε μια ιστορία μισή αλήθεια και μισή ψέματα , μεγάλος παραμυθάς ,που εξιστορεί. Τυλιγμένος σε μια κόκκινη χλαίνη και στην ζεστασιά μιας νύχτας με την προστατευτική την προβιά στο παλάτι που ξενυχτά. Παρ όλο που έχει ξαναχρησιμοποιήσει την ενδυμασία προβάτου στου Κύκλωπα την σπηλιά, απέχει πολύ από την νοοτροπία αυτή του «αμνού». Δεν είναι τόσο καλό παιδί όσο ο Μενέλαος ο μετριοπαθής, δεν είναι τόσο απρόσιτος όσο ο Νέστωρ ο παρατηρητής, δεν είναι τόσο ημίθεος όσο ο Αχιλλέας ο μέγας κατακτητής. Ο Οδυσσέας είναι ένας άνθρωπος της γνώσης, ένας περιπετειώδης εξερευνητής. Με κύρια ιδιότητα το θάρρος και την ακαταπόνητη θαυμαστή λειτουργία ποτέ να μην παραιτείται και υποχωρεί ,ακόμη και αν όλοι οι σύντροφοι έχουν χαθεί, θα συνεχίσει μόνος την επιστροφή.
Με λάθη, με πάθη, λάτρης της περιπέτειας , των εντόνων καταστάσεων των αξιοθαύμαστων ελιγμών , ενεργειακών πιδάκων ανατρεπτικών, ακούραστος ταξιδευτής. Καθόλου χλιαρός , πολύ ψυχρός και πολύ καυτός, παίρνει μέρος σε όλα μέσα στην ζωή και περνάει απ όλα με τόλμη θαυμαστή. Η περιέργεια του τον βάζει σε μεγάλους μπελάδες ,το κοσμοπολίτικο πνεύμα του τον οδηγεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του να καταγράφει και να χαρτογραφεί.
Είναι όμως αυτός που μπορεί να ολοκληρώσει και να τελειώσει μια δουλειά και μια αποστολή όταν όλοι οι άλλοι θα έχουν παραιτηθεί.
Ο Οδυσσέας, εγγονός του Αυτόλυκου, έχει την ζεστασιά του Νότου, το μυαλό ,το νου τον ερωτικό, του Διός,την γοητεία του , στις πολλαπλές ερωτικές του περιπέτειες συλλήψεις που ζευγαρώνει και διαιρεί, την ευγλωττία του Ερμή, την ερμηνεία του και τα σκανδαλιάρικα ψέματα του.
Είναι μπερδεμένος στο συναίσθημα του Ποσειδώνα μέχρι το νερό των Νίπτρων να απεγκλωβιστεί, έχει την γνώση του Πλούτωνα μετά την συνομιλία του με τον μάντη τον Τειρεσία στον Άδη και τις οδηγίες του για το πώς θα πορευθεί Στο τέλος το τόξο του Απόλλωνα πιάνει για να ευθυγραμμίσει τα ενεργειακά κέντρα των σφαιρών σε νησί ευθύ. Μαζί του κουβαλάει πάντα την καρδιά του Τηλέμαχου, τον κόσμο να θαυμάζει και να απορεί
και τα ρούχα που του έχει δώσει η Πηνελόπη με γερή την αρματωσιά της αγάπης να κρατεί.
Ο Οδυσσέας είναι ένας πολυμήχανος , πολύστροφος πολεμιστής με ειδική πάστα και ενεργειακή δομή, νικά τα γηρατειά, πετά τα κουρέλια και την ζητιανιά, τον τέταρτο εχθρό της γνώσης μέσω της ανακεφαλαιωτικής διαδικασίας στριμώχνει σε μια ανατροπή της σκέψης στο ασύλληπτο. Σε προσωπικό, εθνικό και συλλογικό επίπεδο, στα ίχνη ενός Ποιητού Ομήρου, στην άκρη της θαλπωρής ενός ονείρου, στο κάθετο άξονα,
Ήλιος του μεσονυκτίου ,σφυρίζοντας από τρεις φορές, σε αμαξοστοιχία εξπρες, στις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα που κυκλώνει και τον διαπερνά.
Αυτός ο αξιοθαύμαστος άνθρωπος της Μνήμης, που ποτέ εκεί που θέλει και πρέπει να φθάσει δεν ξεχνά.
ΕΛΖΙΝ

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΑ

Ο ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΘΥΣΙΑΖΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ 9 ΤΑΥΡΟΥΣ
"...τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·
"ὦ φίλ᾽, ἐπεὶ δὴ ταῦτά μ᾽ ἀνέμνησας καὶ ἔειπες,
φασὶ μνηστῆρας σῆς μητέρος εἵνεκα πολλοὺς
ἐν μεγάροις ἀέκητι σέθεν κακὰ μηχανάασθαι·
εἰπέ μοι, ἠὲ ἑκὼν ὑποδάμνασαι, ἦ σέ γε λαοὶ
ἐχθαίρουσ᾽ ἀνὰ δῆμον, ἐπισπόμενοι θεοῦ ὀμφῇ.
τίς δ᾽ οἶδ᾽ εἴ κέ ποτέ σφι βίας ἀποτίσεται ἐλθών,
ἢ ὅ γε μοῦνος ἐὼν ἢ καὶ σύμπαντες Ἀχαιοί;
εἰ γάρ σ᾽ ὣς ἐθέλοι φιλέειν γλαυκῶπις Ἀθήνη,
ὡς τότ᾽ Ὀδυσσῆος περικήδετο κυδαλίμοιο
δήμῳ ἔνι Τρώων, ὅθι πάσχομεν ἄλγε᾽ Ἀχαιοί--
οὐ γάρ πω ἴδον ὧδε θεοὺς ἀναφανδὰ φιλεῦντας,
ὡς κείνῳ ἀναφανδὰ παρίστατο Παλλὰς Ἀθήνη--
εἴ σ᾽ οὕτως ἐθέλοι φιλέειν κήδοιτό τε θυμῷ,
τῶ κέν τις κείνων γε καὶ ἐκλελάθοιτο γάμοιο." ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΡΑΨ.γ ΣΤΙΧ.215-224

Κι ο αλογατάς γερήνιος Νέστορας απηλογιά του δίνει:
«Παιδί μου, μια και τ΄ αναθίβανες και μου μιλείς για τούτα,
ακούω να λεν πολλοί τη μάνα σου πως τη ζητούν μνηστήρες,
και συφορές μες στο παλάτι σου συγκλώθουν άθελά σου.
Πες μου, το θέλεις κι υποτάζεσαι; για μήπως μες στη χώρα,
θεού φωνή ακλουθώντας, όχτρητα για σένα νιώθει ο κόσμος;
Μπορεί κι αυτός να ΄ρθει, τις άνομες να γδικιωθεί δουλειές τους,
ποιος ξέρει, μοναχός του κάποτε, μπορεί κι οι Αργίτες όλοι.
Να ΄ταν αγάπη τόση να ΄δειχνε για σένα η Γλαυκομάτα,
καθώς τον ξακουσμένο εγνοιάζουνταν τότε Οδυσσέα στη χώρα
μακριά των Τρώων, εκεί που σέρναμε καημούς οι Αργίτες πλήθος!
Θεούς που ν΄ αγαπούν ξεφάνερα τόσο πολύ, ως εκείνον
παράστεκε η Αθηνά ξεφάνερα, δεν έχω ιδεί ποτέ μου.
Και σένα τόσο τώρα αν γνοιάζουνταν κι αγάπη σου ΄δειχνε όμοια,
πολλοί θαρρώ από κείνους θα ΄βγαζαν το γάμο από το νου τους.»
ΜΕΤ.ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ-ΚΑΚΡΙΔΗ

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ,ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ Nicolas Joseph Ruyssen. 1800
Τότε ο ξανθός Μενέλαος θύμωσε βαριά κι απηλογήθη:
«Πω πω, σε τίνος λιονταρόκαρδου την κλίνη αντρός αλήθεια
θέλησαν να πλαγιάσουν άνθρωποι δειλοί και τιποτένιοι!
Πώς μια αλαφίνα λιόντα ανήμερου πατάει τα δασοτόπια,
τα νιόγεννά της βυζανιάρικα λαφάκια να κοιμίσει,
και ξεκινάει μετά γυρεύοντας τροφή στα καταράχια
και στα χλωρά φαράγγια· κι άξαφνα στην κοίτη του γυρνώντας
άσκημο ο λιόντας δίνει θάνατο σ΄ αυτήν και στα παιδιά της·
όμοια άσκημο θα δώσει θάνατο σε κείνους ο Οδυσσέας.
Να ΄ταν, πατέρα Δία κι Απόλλωνα και συ Αθηνά, και τώρα
καθώς και τότε στην καλόχτιστη τη Λέσβο, εκεί που μόλις
τον αντροκάλεσαν επάλεψε με το Φιλομηλείδη
και καταγής με βιας τον έστρωσε, κι όλοι οι Αχαιοί χαρήκαν!
Τέτοιος και τώρα εκεί να γύριζε, να σμίξει τους μνηστήρες,
πικρός ο γάμος θα τους έβγαινε, γοργός ο θάνατός τους!
ΡΑΨ.δ ΣΤΙΧ.332-346

Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ, περιοχή της Πελλάνας, στις ανατολικές υπώρειες του Ταϋγέτου  λόφος Παλαιόκαστρο.

ΡΑΨ.δ
Κι εκείνοι οι δυο στην πολυφάραγγη, τη βαθουλή φτασμένοι
τη Λακεδαίμονα, στου πέρφανου Μενέλαου το παλάτι
τραβούσαν, πάνω αυτός που γιόρταζε της άψεγης του κόρης
το γάμο και του γιου του, κι έκανε τραπέζι στους δικούς του.
κοντά κρατώντας το κεφάλι του, να μην ακούσουν άλλοι:
«Για ιδές αλήθεια, υγιέ του Νέστορα, πιο αγαπημένε απ᾿ όλους,
πως μες στα σπίτια αυτά τ᾿ αχόλαλα ξαστράφτει ολούθε ο μπρούντζος,
το κεχριμπάρι και το μάλαμα, το φίλντισι, το ασήμι!
Όμοιο του Δία, θαρρώ, στον Όλυμπο θα δείχνει το παλάτι,
τόσο πολλά είναι εδώ, αλογάριαστα᾿ σαστίζω που τα βλέπω.»
 Η ΑΡΧΑΙΑ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ 
Όμως το αφτί τον πήρε του ξανθού Μενέλαου που μιλούσε
κι έτσι, γυρνώντας ανεμάρπαστα τους συντυχαίνει λόγια:
«Παιδιά μου, με το Δία δε γίνεται να παραβγεί κανείς μας,
τι εκείνος έχει βιος αθάνατο κι αθάνατα παλάτια·
ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΠΑΡΤΗΣ

Κι ως τούτα ανάδευε στα φρένα του και στην καρδιά του, βγήκε
η Ελένη απ᾿ τον αψηλοτάβανο, το μοσκοβολισμένο
γυναικωνίτη, όμοια στην Άρτεμη τη χρυσοδοξαρούσα.

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΙΑΣ ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΣΤΗΝ ΣΠΑΡΤΗ

Θρονί μπροστά της καλοκάμωτο της βάζει η Αδρήστη η βάγια,
κι η Αλκίππη ένα κιλίμι μάλλινο, στα μαλακά να κάτσει'

Σωστά μιλώ για μη γελάστηκα; μα να μιλήσω θέλω:
Ποτέ μήτε άντρα εγώ δε γνώρισα μήτε γυναίκα ως τώρα
να μοιάζει τόσο με άλλον άνθρωπο — σαστίζω που τον βλέπω'—
καθώς αυτός με τον Τηλέμαχο, το γιο του ψυχωμένου
μοιάζει Οδυσσέα, που εκείνος αφήκε μωρό παιδί στο σπίτι,
σύντας οι Αργίτες ξεκινούσατε γι᾿ άγρια σφαγή πολέμου  
κάτω απ᾿ την Τροία για της αδιάντροπης εμένα το χατίρι.»
 Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΜΕΝΕΛΑΟΣ  Johann Heinrich Wilhelm Tischbein  1816 Großherzogliches Schloss Eutin
Τότε ο ξανθός Μενέλαος γύρισε κι απηλογιά της δίνει:
«Τώρα που πρώτη τον απείκασες, κι εγώ νογώ ποιος είναι,
γυναίκα᾿ τέτοια ήταν τα πόδια του, τέτοια τα χέρια εκείνου
 και των ματιών του τ᾿ αστραπόφεγγο κι η κεφαλή κι η κόμη.
Κι όταν λίγη ώρα πριν θυμήθηκα τον Οδυσσέα και πήρα
ν᾿ αναθιβάνω πόσα ετράβηξε για μένα πάθη εκείνος,
μπροστά στα μάτια τούτος σήκωσε το πορφυρό μαντί του
κι αφήκε κάτω από τα βλέφαρα πυκνά να τρέξουν δάκρυα.»


Και τότε η Ελένη άλλα στοχάστηκε, του γιου του Κρόνου η κόρη·
κάποιο βοτάνι επήρε κι έριξε μες στο κρασί που επίναν,
ξαρρωστικό του πόνου, ανέχολο, λησμονικό της πίκρας·
μες στο κροντήρι σαν το σύσμιγαν και το ΄πινε κανένας,
απ΄ την αυγή ως το βράδυ θα ΄μενε με αδάκρυτα τα μάτια,
ακόμα κι αν τυχόν του πέθαιναν μητέρα και πατέρας,
το γιο του ακόμα για το αδέρφι του μπροστά του εκεί αν σκότωναν
με το χαλκό, και με τα μάτια του τα ίδια θωρούσε εκείνος.
Τέτοιας λογής βοτάνια φύλαγε θαματουργά η Ελένη,
ξαρρωστικά· τα ΄χε απ΄ την Αίγυπτο, της Πολυδάμνας δώρο,
της γυναικός του Θώνα· αρίφνητα φυτρώνει η γης κει πέρα,
μισά ξαρρωστικά, αξεδιάλεχτα, μισά φαρμακωμένα.


Έτσι μιλούσε, κι ο βροντόφωνος Μενέλαος με το χέρι
τον χάιδεψε, του χαμογέλασε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Αρχοντικιά είναι, γιε μου, η φύτρα σου, τα λόγια σου το δείχνουν,
γι΄ αυτό σου μεταλλάζω τ΄ άλογα, τι μου περνά απ΄ το χέρι·
απ΄ τ΄ αγαθά που στο παλάτι μου βρίσκονται φυλαγμένα
εγώ το πιο ακριβό, το πιο όμορφο θα σου χαρίσω τώρα:


Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ, ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Ένα κροντήρι καλοδούλευτο σου δίνω, ακέριο ασήμι,
που ΄ναι τα χείλια του με μάλαμα ψηλά μαργελωμένα,
δουλειά του Ηφαίστου· μου το χάρισε των Σιδονίων ο ρήγας;
ο τρανός Φαίδιμος, σα βρέθηκα, στου γυρισμού το δρόμο,
κει πέρα και με δέχτη σπίτι του· τώρα το δίνω εσένα.»

ΡΑΨ.ο  ΣΤΙΧ 104-132
Η Ελένη ωστόσο στις κασέλες της ήρθε κοντά και στάθη,
σκουτιά που κλείναν μυριοξόμπλιαστα, φασμένα από την ίδια.
Ένα τους διάλεξε και σήκωσε των γυναικών το θάμα,
το κάλλιο απ΄ όλα στα πλουμίσματα, το πιο φαρδύ από τ΄ άλλα,
που ΄λαμπε ως άστρο, και το φύλαγε στον πάτο της κασέλας.
Μετά γύρευαν τον Τηλέμαχο περνώντας το παλάτι,
κι αυτά ο ξανθός Μενέλαος του ΄λεγε, σαν έφτασαν μπροστά του:
«Ως το ποθείς βαθιά, Τηλέμαχε, να στρέψεις στην πατρίδα,
o άντρας της Ήρας, ο βαρύβροντος ο Δίας, να στο τελέψει.
Κι απ΄ όσα φυλαγμένα βρίσκουνται στο αρχοντικό μου πλούτη,
εγώ το πιο ακριβό, το πιο όμορφο να σου χαρίσω θέλω·
ένα κροντήρι καλοδούλευτο σου δίνω, ατόφιο ασήμι,
που ΄ναι τα χείλια του με μάλαμα ψηλά μαργελωμένα,
δουλειά του Ηφαίστου· μου το χάρισε των Σιδονίων ο ρήγας,
ο τρανός Φαίδιμος, σα βρέθηκα στου γυρισμού το δρόμο
κει πέρα και με δέχτη σπίτι του τώρα το δίνω εσένα.»

Αυτά είπε, και στα χέρια του ΄βαλε τη δίγουβη την κούπα
ο μέγας γιος του Ατρέα· το λιόφωτο σηκώνοντας κροντήρι
κι ο Μεγαπένθης του το απίθωσε στα πόδια, το ασημένιο·
στερνά κι η Ελένη η ροδομάγουλη τον σίμωσε, στα χέρια
κρατώντας το φαντό, τον έκραξε κι αυτά τα λόγια του ΄πε:
«Δέξου κι αυτό από μένα, αγόρι μου, το δώρο, απ΄ της Ελένης
τα χέρια θύμηση· και κάποτε, με το καλώ σα φτάσει
η ώρα του γάμου σου, το ταίρι σου να το φορέσει·
ως τότε να το φυλάει στο σπίτι η μάνα σου. Και τώρα στην πατρίδα,
στο αρχοντικό σας τ΄ ομορφόχτιστο με το καλό να στρέψεις!»
Είπε, και το ΄βαλε στα χέρια του, κι εκείνος το προσδέχτη
όλο χαρά· κι ο αρχοντογέννητος Πεισίστρατος τα δώρα
πήρε, τα θάμαξε και τα ΄κρυψε στο αμαξοκόφινό τους.