Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. ψ  ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΥΠΟ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΟΣ

Η ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΞΥΠΝΑΕΙ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ Angelica Kauffman   1772 ΙΔ.ΣΥΛ



Και τότε ολόχαρη η γερόντισσα ψηλά στο ανώγι ανέβημε γόνατα γοργοτρεχάμενα, με πόδια που σκόνταβαν,να πάει στη ρήγισσα το μήνυμα, πως έφτασε ο καλός της'κι ως στάθη πάνω απ᾿ το κεφάλι της, τα λόγια αυτά της είπε:Για ξύπνα, Πηνελόπη κόρη μου, τα μάτια σου να ιδούνεό,τι καιρούς και χρόνια αδιάκοπα λαχτάριζε η καρδιά σου!Ήρθε ο Οδυσσέας, στο σπίτι του έφτασε, κι ας είχε αργήσει τόσο,και τους μνηστήρες όλους σκότωσε τους άνομους, που έτρωγαντο βιος του, ρήμαζαν το σπίτι του και παίδευαν το γιο του.»
Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη της αποκρίθη κι είπε:«Κυρούλα, τα μυαλά σου εσήκωσαν τώρα οι θεοί᾿ μπορούνεμαθές και τον περίσσια φρόνιμο ν᾿ αποτρελάνουν τούτοι,μπορούν ακόμα και στον άμυαλο να δώσουν φρονιμάδα.Αυτοί είναι που το νου σου εσάλεψαν πριν ήσουν μυαλωμένη.

Κι η Ευρύκλεια η βάγια απηλογήθηκε και τέτοια της μιλούσε:«Δεν παίζω εγώ μαζί σου, κόρη μου, μον᾿ είπα την αλήθεια'ήρθε ο Οδυσσέας, στο σπίτι του έφτασε, καθώς με ακούς μπροστάσου:κείνος ο ξένος, που στο σπίτι μας τον αψηφούσαν όλοι!
Μον᾿ έλα, ακλούθα μου, να πάρετε μαζί κι οι δυο στα φρένα,τρανή χαρά, γιατί τραβήξατε περίσσια αλήθεια πάθη'μα η προσμονή σας η πολύχρονη πια πήρε τέλος τώρα'.

Κατέχεις όλοι ποια θα νιώθαμε χαρά, κι εγώ περίσσια,μαζί κι ο γιος μας ο Τηλέμαχος, αν πρόβελνε μπροστά μας.Όμως σωστός δεν είναι ο λόγος σου κι αυτά που ξαφηγιέσαι'κάποιος αθάνατος θα σκότωσε τους αντρειανούς μνηστήρες,για τ᾿ άνομά τους τα φερσίματα και τ᾿ άδικά τους έργα.


Κι ως προχώρησε και διάβη το κατώφλι,αντικριστά του πήγε κάθισε, στο αντίφεγγα της φλόγας,στον άλλο τοίχο᾿ κείνος κάθουνταν πλάι στην ψηλή κολόναμε κεφαλή σκυφτή, και πρόσμενε, μια και τον είδε ομπρός της,την ώρα που η τρανή γυναίκα του θα του μιλούσε πρώτη.Μα αυτή βουβή πολληώρα εκάθουνταν και τα 'χε σα χαμένα,και μια τον θώρειε καταπρόσωπα στυλώνοντας τα μάτια,και μια καθόλου δεν τον γνώριζε ντυμένο στα κουρέλια.Τότε ο Τηλέμαχος της μίλησε βαριά αποπαίρνοντάς τη:«Μάνα κακόμανα, που ανήμερη καρδιά στα στήθη κρύβεις!Και πως κρατιέσαι από τον κύρη μου μακριά και δε ζυγώνειςνα κάτσεις πλάι του, τα ρωτήματα να πιάσεις και τα λόγια;

Δε βρίσκεται άλλη τόσο αλύγιστη γυναίκα, να τραβιέταιμακριά απ᾿ τον άντρα της, που ως έσυρε στα ξένα μύρια πάθη,στα είκοσι χρόνια ξαναγύρισε στη γη την πατρική του.Μα είναι η καρδιά σου λέω πιο αμάλαγη κι από την πέτρα ακόμα!»Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη γυρνώντας του αποκρίθη:Γιε μου, η καρδιά βαθιά στα στήθη μου χαμένα τα 'χει τώρα᾿λόγο να πω δεν έχω ανάκαρα μηδέ και να ρωτήσω,μηδέ και να τον δω κατάματα. Μα αν είναι αλήθεια εκείνος,που τώρα διάγειρε στο σπίτι του, το δίχως άλλο οι δυο μαςθα γνωριστούμε, και καλύτερα᾿ τι βρίσκουνται σημάδια,που μόνο εμείς οι δυο κατέχουμε, κρυφά απ᾿ τους άλλους όλους.»Αυτά είπε εκείνη, κι αχνογέλασε τότε ο Οδυσσέας ο θείος,και στον Τηλέμαχο ο πολύπαθος γυρνώντας του μιλούσε:«Τηλέμαχε, άσε τη μητέρα σου δω μέσα να με βάλεισε δοκιμή᾿ πολύ καλύτερα σε λίγο θα με μάθει.



Εγώ να σου την πω τη γνώμη μου, την πιο σωστή που ξέρω᾿λουστείτε πρώτα πρώτα, αλλάξετε και γιορτινά ντυθείτε,και βάλτε του σπιτιού τις δούλες μας να στολιστούν, κι εκείνες'κι ο τραγουδάρης την ψιλόφωνη κιθάρα του κρατώντας να πάρειτο σκοπό, χαρούμενο χορό να στήσετε όλοι'κάποιος να πει πως γάμος γίνεται, γρικώντας σας απόξω,για στρατοκόπος που προσδιάβηκε για κι οι γειτόνοι γύρα'μην ξεχυθεί κι απλώσει το άκουσμα στο κάστρο, πως χαθήκανόλοι οι μνηστήρες, πριν προλάβουμε να βγούμε εμείς, να πάμεόξω στο χτήμα το πολύδεντρο, κι εκεί να στοχαστούμε όποια βουλή του Ολύμπου ο κύβερνος μας δώσει για καλό μας.»Είπε ο Οδυσσέας, κι αυτοί στο λόγο του μετά χαράς συγκλίνανλούστηκαν πρώτα πρώτα κι άλλαξαν και γιορτινά ντύθηκαν,στολίστηκαν κι οι δούλες᾿ παίρνοντας τη βαθουλή κιθάρακι ο θείος τραγουδιστής στα στήθη τους ξεσήκωσε τον πόθο να στήσουν αψεγάδιαστο, γλυκά να τραγουδήσουν.Κι απ᾿ των ποδιών τους χτύπους το τρανό παλάτι αντιδονούσε,καθώς χόρευαν οι ομορφόζωστες γυναίκες με τους άντρες'και τούτα λέγαν όσοι διάβαιναν γρικώντας τους άπόξω:«Κάποιος παντρεύτη τη βασίλισσα την πολυγυρεμένη, κι ουδέ το αποδυνάστη η ανέσπλαχνη του αντρός της ν᾿ αφεντέψει.τα σπίτια ως τέλος, απαντέχοντας ως να διαγείρει εκείνος.»Τέτοια αναθίβαναν δεν κάτεχαν μαθές το τι είχε γίνει.Την ώρα αυτή ο Οδυσσέας ο αντρόκαρδος στο σπίτι του απ᾿ ταχέριατης Ευρυνόμης της κελάρισσας ελούστη κι εμυρώθη᾿ κι ουδέ το αποδυνάστη η ανέσπλαχνη του αντρός της ν᾿ αφεντέψει.τα σπίτια ως τέλος, απαντέχοντας ως να διαγείρει εκείνος.»Τέτοια αναθίβαναν δεν κάτεχαν μαθές το τι είχε γίνει.Την ώρα αυτή ο Οδυσσέας ο αντρόκαρδος στο σπίτι του απ᾿ ταχέριατης Ευρυνόμης της κελάρισσας ελούστη κι εμυρώθη᾿
Κι ως πίσω στο θρονί του εκάθισε, που λίγο πριν καθόταν αντικριστά με τη γυναίκα του, κινούσε λόγια κι είπε:«Καημένη, απ᾿ όλες όσες βρίσκουνται γυναίκες μόνο εσένα οι αθάνατοι του Ολύμπου αμάλαγη καρδιά στα στήθη έβαλαν!Δε βρίσκεται άλλη τόσο αλύγιστη γυναίκα, να τραβιέταιμακριά απ᾿ τον άντρα της, που ως έσυρε στα ξένα μύρια πάθη,στα είκοσι χρόνια ξαναγύρισε στη γη την πατρική του.Μον᾿ έλα, καλομάνα, στρώσε μου την κλίνη, να πλαγιάσωμονάχος καν, τι τούτη σιδερή καρδιά στα στήθη κρύβει.»Κι η Πηνελόπη τότε η φρόνιμη του απηλογήθη κι είπε:«Καημένε, δε μεγαλοπιάνουμαι κι ουδέ αψηφώ κανένα κι ουδέ ξαφνίζουμαι᾿ τη θύμηση κρατώ πως ήσουν τότε,σαν έφευγες με το μακρόκουπο καράβι απ᾿ την Ιθάκη.Μον᾿ έλα, Ευρύκλεια, το κλινάρι του γοργά να στρώσεις όξωαπ᾿ την καλόχτιστή μας κάμαρα, που 'χε μονάχος χτίσει'όξω τη στέρια κλίνη σύρτε του, και βάλτε και στρωσίδια,....

 Γυναίκα, αλήθεια, αυτός ο λόγος σου μες στην καρδιά με αγγίζει!Ποιος το κλινάρι μετασάλεψε; Καλός τεχνίτης να 'ταν, και πάλε θα του 'ρχόταν δύσκολο! Μόνο θεός μπορούσε,αν ήθελε, να 'ρθεί κι ανέκοπα να το μετασαλέψει.Μα απ᾿ τους θνητούς που ζουν δε γίνεται τη θέση να του αλλάξεικανείς, κι ας είναι απά στα νιάτα του᾿ το τορνευτό κλινάριτρανό σημάδι κρύβει᾿ τα 'φτιαξαν τα χέρια τα δικά μου. Φύτρωνε δέντρο, ελιά στενόφυλλη, μες στον αυλόγυρο μας,ξεπεταμένο κι ολοφούντωτο, χοντρό σα μια κολόνα.Και πήρα κι έχτισα τρογύρα του την κάμαρα με πέτρεςπυκνές ως πάνω, και τη σκέπασα καλά καλά με στέγη'κι αφού της πέρασα πορτόφυλλα καλαρμοσμένα, στεριά, έκοψα απάνω της στενόφυλλης ελιάς κλαδιά και φούντα,και τον κορμό απ᾿ τη ρίζα κλάδεψα, προσεχτικά, πιδέξιαμε το σκεπάρνι πελεκώντας τον, με στάφνη ισιώνοντας τον,κλινόποδο να γένει, κι άνοιξα με το τρυπάνι τρύπες.Κει πάνω το κλινάρι εστήριξα, καλά πλανίζοντας το, και με το μάλαμα το πλούμισα, το φίλντισι, το ασήμι!τέλος λουριά από βόδι ετάνυσα, που απ᾿ την πορφύρα άστραφταν.Το μυστικό σου το φανέρωσα σημάδι, μα δεν ξέρωαν το κλινάρι ακόμα στέκεται, γυναίκα, για κανέναςτο λιόδεντρο απ᾿ τη ρίζα του 'κοψε και του άλλαξε τη θέση.»
H ΑΘΗΝΑ ΟΔΗΓΕΙ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΣΤΟ ΝΥΦΙΚΟ ΚΡΕΒΒΑΤΙ   PALAZZO MILZETTI GIANI FELICE  RAVENNA FAENZA 1802-1805
 
Αυτά είπε, κι εκείνης τα γόνατα λύθηκαν κι η καρδιά της,τ᾿ αλάθευτα σημάδια ως γνώρισε στα λόγια του Οδυσσέα'και χύθη ομπρός θρηνώντας, έριξε τα δυο της χέρια γύρωστυυ αντρός της το λαιμό, του φίλησε την κεφαλή και του 'πε:«Μη μου κακιώνεις! Σέ όλα το 'δειξες το πιο ξύπνο πως έχεις μυαλό, Οδυσσέα! Μα αλήθεια βάσανα πολλά οι θεοί μας δώκαν,που ζούλεψαν και δε μας αφήκαν τη νιότη να χαρούμεο ένας του άλλου και να γεράσουμε μαζί συντροφεμένοι.Όμως αλήθεια μην οργίζεσαι και μη χολιας μαζί μου,που μόλις σ᾿ είδα, την αγάπη μου δε σου 'δειξα σαν τώρα' ποτέ η καρδιά μαθές στα στήθη μου δεν έπαψε να τρέμει,μην έρθει κάποιος με τα λόγια του θνητός και με πλανέσει'τι άνομα κέρδη να σοφίζουνται πολλούς θα βρεις στον κόσμο.

O ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ  PRIMATICCIO Francesco  ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΟΥΒΡΟΥ

Η Αυγή θα πρόβαινε η χρυσόθρονη κι ακόμα θα θρηνούσαν,αν η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, δέ στοχαζόταν άλλα:Τη Νύχτα αντίσκοψε στα πέρατα της δύσης, να μακρύνει,και την Αυγή τη ροδοδάχτυλη στον Ωκεανό κρατούσε,κι ουδέ να ζέψει τα γοργόφτερα πουλάρια της, το Λάμποκαι το Φαέθοντα, την άφηνε, στη γη το φως να φέρουν.

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ 1563 FRANCESCO PRIMATICCIO Toledo, Museum of Art
Κι εκείνοι οι δυό, σαν πια αποχόρτασαν γλυκό φιλί κι αγκάλη,κινούσαν την κουβέντα ολόχαροι, κι ο ένας του άλλου ιστορούσαν,αυτή όσα τράβηξε στο σπίτι τους, των γυναικών το θάμα,κάθε στιγμή τους πολυμίσητους μνηστήρες ν᾿ αντικρίζει,που απ᾿ αφορμή της πλήθος έσφαζαν αρνιά παχιά και βόδια,κι ακόμα βγάζαν αλογάριαστο κρασί από τα πιθάρια᾿κι από την άλλη ο αρχοντογέννητος της έλεγε Oδυσσέαςτα πάντα  πόσες πίκρες έδωκε στους άλλους, πόσα ατός τουέσυρε βάσανα᾿ κι αγάλλουνταν εκείνη ακούγοντας τον,κι ο ύπνος δε σφράγιζε τα μάτια της, πριν της τα πει ως την άκρη.
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗ FUSSLI HENRY 1802

 

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. χ  MNΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ  Gustave MOREAU 1852 ΜΟΥΣΕΙΟ Gustave MOREAU  ΠΑΡΙΣΙ


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος γυμνώθη απ᾿ τα κουρέλια και στο κατώφλι απάνω πήδηξε, κρατώντας το δοξάρι  και το γεμάτο σαϊτολόγο του, και τις γοργές σαγίτες αυτοί, μπροστά στα πόδια του, άδειασε, και στους μνηστήρες είπε:  «Πια τέλος πήρε αυτό το αλύπητο δοκίμι μας, και τώρα
διαλέγω άλλο σημάδι, που άνθρωπος κανείς δε βρήκε ακόμα,  να ιδώ αν πετύχω κι αν ο Απόλλωνας μου δώσει αυτή τη δόξα.»


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΟΚΙΜΑΖΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ  Derain André 1938
Paris, musée national d'Art moderne - Centre Georges Pompidou
Έτσι σα μίλησε, σημάδεψε και στον Αντίνοο ρίχνει πικρή σαγίτα. Εκείνος άπλωνε μια κούπα να σηκώσει, μαλαματένια, δίχερη, όμορφη᾿ την έπαιζε στα χέρια  κιόλας, κρασί να πιεί, το θάνατο χωρίς να βάζει ο νους του᾿  ήτανε τόσοι δα οι συντράπεζοι — και ποιος το φανταζόταν πως ένας σε πολλούς ανάμεσα, με όσην αντρεία κι αν είχε, άσκημο θάνατο θα του 'δινε κι ασβρλωμένη μοίρα!
Μα ως σημαδεύοντας τον πέτυχε πα στο λαιμό ο Οδυσσέας,  απαντικρύ ο χαλκός επρόβαλε στον τρυφερό του σβέρκο᾿  και χτυπημένος πίσω ανάγειρε και του 'φυγε απ᾿ το χέρι η κούπα, και κρουνός ξεχύθηκε μεμιάς απ᾿ τα ρουθούνια το αίμα το ανθρώπινο, και πέταξε μακριά του το τραπέζι κλωτσώντας το, και χάμω σκόρπισαν τα κρέατα τα ψημένα  και τα ψωμιά, και στο αίμα βάφτηκαν. Κι ασκώσαν οι μνηστήρες βουή τρανή, σαν είδαν άνθρωπος να πέφτει σκοτωμένος᾿  κι απ᾿ τα θρονιά σκιαγμένοι επήδηξαν και τρέχαν δώθε κείθε, κατά τους τοίχους τους καλόχτιστους κοιτάζοντας ολούθε' μα ουδέ σκουτάρι βρίσκαν γύρα τους ουδέ βαρύ κοντάρι.
Και πήραν όλοι με πικρόλογα τον Οδυσσέα να βρίζουν: «Σε άνθρωπο πάνω, ξένε, δόξεψες, κι είναι βαρύ᾿ δοκίμι πια άλλο δε βλέπεις᾿ άωρα αξέφευγο καρτερά το χαμό σου!

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τους: «Σκυλιά, που ελέγατε στο σπίτι μου πως δε γυρίζω πίσω  πια από την Τροία, γι᾿ αυτό μου τρώγατε το βιος στο αρχοντικό μου,
και στανικώς με τις γυναίκες μου πλαγιάζατε τις σκλάβες,  κι ακόμα ζώντας μου το ταίρι μου γυρεύατε σε γάμο, και μήτε τους θεούς φοβόσαστε που ζουν στα ουράνια πλάτη,  μηδέ κι ανθρώπου οργή, πως θα 'ρχουνταν να γδικιωθεί μια μέρα!
Μα τώρα πια πιαστήκατε όλοι σας στου χαλασμού τα δίχτυα!» Αυτά είπε, κι εκείνους ολόχλωμη τους έπιασε τρομάρα, κι ο καθανείς τρογύρα εκοίταζε, του Χάρου να ξεφύγει.
Μόνος απ᾿ όλους τότε ο Ευρύμαχος του απηλογήθη κι είπε: Αν είσαι εσύ ο Οδυσσέας και διάγειρες, ο ρήγας της Ιθάκης,  σωστά μας τα 'πες, τόσα που 'καναν οι Αργίτες κάθε μέρα, ένα σωρό αδικίες στα ξώμερα κι ένα σωρό εδώ μέσα.
Η ΜΝΗΣΤΗΡΟΦΟΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ LUCA CAMBIASO PALAZZO ROSSO  ΓΕΝΟΒΑ 1545

Μα ο πρώτος φταίχτης σ᾿ όλα κοίτεται τώρα νεκρός, το βλέπεις, ο Αντίνοος᾿ όσα μας μαρτύρησες είναι δουλειές δικές του' κι όχι μαθές γιατί τον έσπρωχνε του γάμου ανάγκη ή πόθος,
μον᾿ άλλα μες στο νου του εδούλευε, που ο γιος του Κρόνου ωστόσο δεν του τα τέλεψε: σκοτώνοντας το γιο σου με καρτέρι να γίνει ατός του της καλόχτιστης Ιθάκης ο ρηγάρχης.
Αυτός σκοτώθηκε, ως του ταίριαζε, μα εσύ λυπήσου τώρα δικούς σου ανθρώπους! Κι όσα φάγαμε κι ήπιαμε εδώ στο σπίτι  θα στα πλερώσουμε συνάζοντας απ᾿ το λαό᾿ θα πάρεις κι απανωτίμι απ᾿ τον καθένα μας, είκοσι βόδια ακέρια ν᾿ αξίζει, και χαλκό και μάλαμα, που πια να μαλακώσει μέσα η καρδιά σου᾿ ως τότε χόλιαζε, και μ᾿ όλο σου το δίκιο!»

Κι είπε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος ταυροκοιτάζοντάς τον:
«Κι αν όλα σας ακόμα, Ευρύμαχε, τα πατρικά μου δώστε, όσο βιος έχετε, και βάλετε κι άλλα από πάνω αλλούθε, μηδ᾿ έτσι εγώ ποτέ τα χέρια μου θα μάκραινα απ᾿ το φόνο, πριχού οι μνηστήρες μου πλερώσετε τις ανομίες σας όλες.

Τα λόγια αυτά σαν είπε ο Ευρύμαχος, το χάλκινο σπαθί του το δίκοπο ξεθηκαρώνοντας απάνω του χιμίζει  με άγριες φωνές. Μα κι ο αρχοντόγεννος ίδια στιγμή Οδυσσέας σαγίτα ρίχνοντας κατάστηθα, πλάι στο βυζί, τον βρήκε᾿  κι ως μες στο σκώτι εχώθη η γρήγορη σαγίτα, από το χέρι του φεύγει το σπαθί, και τρίκλισε και πέφτει, στο τραπέζι  αναδιπλώνοντας, και σκόρπισαν τα φαγητά στο χώμα
και το διπλόγουβο ποτήρι του κι αυτός ψυχομαχώντας πάνω στη γη το μέτωπο έκρουγε, και με τα δυο του πόδια κλωτσούσε το θρονί, και χύθηκε στα μάτια του σκοτάδι.
Ευτύς ο Αμφίνομος ανάσυρε το κοφτερό σπαθί του  κι απαντικρύ πηδώντας χύθηκε στον ξακουστό Οδυσσέα,  την πόρτα μπας κι αφήσει λεύτερη᾿ μα πρόφτασε από πίσω και με το χάλκινο ο Τηλέμαχος τον κάρφωσε κοντάρι μεσοπλατίς, κι αυτό του διάβηκε το στήθος πέρα ως πέρα.
Πέφτει με βρόντο, καταπρόσωπα στη γη χτυπώντας πάνω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΣΚΟΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΗΜΙΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΕΔΟΝΤΑ  1812 Thomas Degeorge Musée Roger Quilliot 
Στο γιο του εστράφη κι ανεμάρπαστα κινούσε λόγια τότε:
«Κάποια απ᾿ τις σκλάβες λέω, Τηλέμαχε, του αρχοντικού μας τώρα βαρύ μας ξεσηκώνει πόλεμο, μπορεί κι ο Μελανθέας.»
Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος του απηλογήθη κι είπε:
«Κύρη, δικό μου είναι το φταίξιμο, δε φταίει κανένας άλλος, που αφήκα ορθάνοιχτη της κάμαρας τη σφιχταρμοδεμένη  πόρτα πριν λίγο, και το πρόσεξαν αυτοί καλύτερα μας.
Τρέξε, Εύμαιε, τώρα, αρχοντογέννητε, την πόρτα να σφαλίσεις,  και ιδές αν είναι, κάποια δούλα μας σε τούτα εδώ μπλεγμένη, για ο Μελανθέας — αυτός φαντάζουμαι πως θα 'ναι, ο γιος του Δόλιου.»

Αυτά είπε, κι όμως δεν του χάριζε τη νίκη ακέρια ακόμα,  τι γύρευε ξανά τη δύναμη και την αντρεία η Παλλάδα και του Οδυσσέα και του περίλαμπρου να δοκιμάσει γιου του.
Γι αυτό με χελιδόνα μοιάζοντας στο μαυροκαπνισμένο Δοκάρι της στέγης πετάχτηκε και κάθισε κει πάνω.
H ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ JOHN RUSH ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"
Και τους μνηστήρες όμως γκάρδιωναν ο γιος του Δαμαστόρου κι ο Ευρύνομος κι ο Δημοπτόλεμος κι ο Πείσαντρος, το τέκνο του Πολυχτόρου, κι ο Αμφιμέδοντας κι ο Πόλυβος ο γαύρος᾿ τι αυτοί στην αντριγιά ξεχώριζαν απ᾿ τους μνηστήρες όλους, Οι άλλοι νεκροί απ᾿ το τόξο εκοίτουνταν και τις πολλές σαγίτες.
Και τότε ο Αγέλαος πήρε κι έλεγε, ν᾿ ακούσουν όλοι γύρα:
«Φίλοι, τα χέρια του τ᾿ ανίκητα γοργά θα παραλύσουν του 'φυγε ο Μέντορας᾿ παινέματα μονάχα κούφια του 'πε, κι αυτοί ξανά απόμειναν έρημοι στης πόρτας το κατώφλι.
Ωστόσο τα μακριά κοντάρια σας μη ρίχνετε όλοι αντάμα' σεις οι έξι τώρα κονταρέψετε, μονάχα ο Δίας να δώσει τον Οδυσσέα νεκρό να ρίξετε, να σας δοξάσει ο κόσμος' για τους επίλοιπους μη γνοιάζεστε, να πέσει τούτος μόνο!» Αυτά είπε, κι όλοι τους κοντάρεψαν, καθώς τους είχε ορίσει,
με λύσσα, μα η Παλλάδα βίγλιζε και ξεστράτισαν όλα'

Μα ο γιός του Τέρπιου τότε γλίτωσε του Χάρου, ο τραγουδάρης  ο Φήμιος, στους μνηστήρες που 'ψαλλε συχνά, μα αθέλητα του.
Ορθός, κρατώντας την ψιλόφωνη κιθάρα του στα χέρια στο παραπόρτι εβρέθη᾿ δίγνωμη βουλή τον κυβερνούσε: να βγει να κάτσει ικέτης στο βωμό του Δία του τρισμεγάλου,

...κι ο Μέδοντας τον άκουσεν ο μυαλωμένος, τι είχε ζαρώσει κάτω από 'να κάθισμα και κοίτουνταν χωμένος  σε νιόγδαρτο αγελαδοτόμαρο, του Χάρου να γλιτώσει.
Μεμιάς ξεπρόβαλε απ᾿ το κάθισμα κι εγδύθη το τομάρι...


Σήκω, πολύχρονη γερόντισσα, που πιστατείς τις σκλάβες  γυναίκες μέσα στο παλάτι μας, καιρός πια να 'ρθεις μέσα' σε φώναξε μαθές ο κύρης μου, να σου μιλήσει κάτι.» 
Κι αυτή, τους σκοτωμένους βλέποντας και ποταμό το γαίμα,  τρανό θωρώντας έργο, κίνησε στριγγιά φωνή να σύρει  από χαρά, μα αυτός την κράτησε, τη φόρα κόβοντας της, Χάρου από μέσα σου, γερόντισσα, και βάστα, μη φωνάζεις' δε θέλει ο θεός χαρά να δείχνουμε μπροστά σε σκοτωμένους!
Τούτους η μοίρα των αθάνατων και τ᾿ άνομά τους έργα  τους δάμασαν, τι δε λογάριαζαν στον κόσμο απ᾿ τους ανθρώπους  τρανό, αχαμνό — κανένα, αν λάχαινε να τους συντύχει κάποιος,
κι άσκημα τέλη τώρα απόλαψαν από τις αδικίες τους.
Μον᾿ έλα τώρα εσύ, μαρτύρα μου για του σπιτιού τις δούλες.  ποιές απόμειναν ακριμάτιστες και ποιες με ξεψηφούσαν.»
Κι η βάγια Ευρύκλεια τότε μίλησε κι απηλογήθη κι είπε: Για τούτα, γιε μου, που με ρώτησες θα πω την πάσα αλήθεια:
Έχεις πενήντα στο παλάτι σου γυναίκες όλες όλες σκλάβες᾿ αυτές δουλειές τις μάθαμε σιγά σιγά να κάνουν, να ξαίνουν το μαλλί κι υπόμονα να στρέγουν τη σκλαβιά τους.
Μα οι δώδεκα από τούτες, πέφτοντας σε αδιαντροπιά μεγάλη, μήτε και μένα πια λογάριαζαν μηδέ και την κυρά τους  την Πηνελόπη. Κι ο Τηλέμαχος πριν λίγο εγίνηκε άντρας, και δεν τον άφηνε η μητέρα του τις σκλάβες ν᾿ αφεντεύει.

Τώρα στο ανώι γοργά το λιόφωτο, στο ταίρι σου θ᾿ ανέβω, να της τα πω, τι ένας αθάνατος την έχει σ᾿ ύπνο ρίξει.»

Κι ως θα 'χετε όλη πια την κάμαρα τρογύρα συμμαζέψει,  τις δούλες έξω απ᾿ το καλόχτιστο να βγάλτε αρχονταρίκι, και στην αυλή, στο θόλο ανάμεσα και στον πανώριο φράχτη τα κοφτερά σπαθιά ανασέρνοντας χτυπάτε τις και σ᾿ όλες να δώστε θάνατο, τον έρωτα για πάντα να ξεχάσουν,   που εχαίρουνταν ως τώρα σμίγοντας κρυφά με τους μνηστήρες.»
Έτσι όρισε, κι οι δούλες έφτασαν όλες μαζί και μπήκαν πικρά θρηνολογώντας, κι έτρεχε το δάκρυ τους ποτάμι.
Των σκοτωμένων πρώτα σήκωναν και βγάζαν τα κουφάρια, και στης αυλής της καλοτείχιστης το σκεπαστό από κάτω.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΙΝΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗ ΝΑ ΜΑΖΕΨΟΥΝ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΝΗΣΤΗΡΩΝ
Nicolas-André Monsiau 1791


Και τότε ο γνωστικός Τηλέμαχος το λόγο επήρε κι είπε:
«Όχι, σ᾿ αυτές δε θέλω θάνατο να δώσω τιμημένο—  που στο κεφάλι της μητέρας μου κι εμένα καταφρόνια σκορπούσαν και ντροπή, και πλάγιαζαν μαζί με τους μνηστήρες!»

ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΔΟΥΛΟΙ (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ "ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ" ΤΟΥ GUSTAVE MOREAU


Τότε ο Οδυσσέας ο πολυμήχανος απηλογήθη κι είπε:
«Φωτιά πιο πρώτα να μου ανάψουνε στον αντρωνίτη θέλω!»
Είπε, κι η βάγια Ευρύκλεια σύγκλινε στου αφέντη της το λόγο' φωτιά και θειάφι αμέσως έφερε, και θειάφιζε ο Οδυσσέας, το αρχονταρίκι πρώτα κι έπειτα κι αυλή και τ᾿ άλλο σπίτι.
Κι εδιάβη η Ευρύκλεια μέσα απ᾿ τ όμορφο παλάτι του Οδυσσέα,
στις σκλάβες για να πάει το μήνυμα και να τις σπρώξει να 'ρθουν.
Κι αυτές, ως βγήκαν απ᾿ την κάμαρα με τα δαδιά στα χέρια, στον Οδυσσέα τρογύρα εχύθηκαν καλωσορίζοντας τον᾿  κι όπως φιλούσαν το κεφάλι του με αγάπη και τους ώμους, τα χέρια σφίγγοντας του, ολόγλυκος τον πήρε εκείνον πόθος  για κλάματα και βόγγους, τι όλες τους τις γναφιζε η καρδιά του.
 

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία φ Τόξου θέσις.


Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΣΤΑ ΥΨΗΛΑ ΔΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ  1764
by Angelica Kauffman

Τότες στὸ νοῦ της ἔβαλε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα τῆς Πηνελόπης, τῆς καλῆς τοῦ Ἰκάριου θυγατέρας,
τόξο καὶ σίδερα σταχτιὰ νὰ βάλη στοὺς μνηστῆρες ἀγώνα καὶ σφαγῆς ἀρχὴ μὲς στοῦ Ὀδυσσέα τοὺς πύργους. Τὴ σκάλα τοῦ θαλάμου της τὴν ἁψηλὴ κατέβη,πῆρε ὥριο γυριστὸ κλειδὶ στὸ μαλακό της χέρι, χαλκένιο καὶ μὲ φιλντισὶ χερούλι ταιριασμένο.
Ὡς στὸ στερνὸ τὸ θάλαμο πηγαίνει μὲ τὶς βάγιες, ποὺ κοίτουνταν οἱ θησαυροὶ τοῦ βασιλέα κρυμμένοι, χαλκός, χρυσάφι, σίδερο περίτεχνα ἐργασμένο.
Εἶχε καὶ πισοτέντωτο δοξάρι καὶ φαρέτρα, ποὺ μέσα της ἦταν πολλὲς στεναχτερὲς σαγίτες.
Ἀπὸ τή Λακεδαίμονα τά 'χε ὁ Δυσσέας φερμένα, τοῦ ὁμοιόθεου τοῦ Ἴφιτου, γόνου τοῦ Εὐρύτου δῶρα.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΘΡΗΝΕΊ ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΞΟ Angelica Kauffmann 1779 Wolverhampton Art Gallery Birmingham

Καθίζει, καὶ περίλυπη στὰ γόνατα τό παίρνει, βγάζει τὸ τόξο, κι ἀρχινάει τὸ κλάμα βλέποντάς το.
Καὶ σάνε καλοχόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ θρῆνο, ξεκίνησε στὸ μέγαρο πρὸς τοὺς λαμπροὺς μνηστῆρες, κι ἦρθε τὸ πισοτέντωτο κρατώντας τό δοξάρι, καὶ τὴ φαρέτρα μὲ πολλὲς στεναχτερὲς σαγίττες.
Φέρναν κι οἱ παρακόρες της κασέλα γεμισμένη μὲ σίδερο καὶ μὲ χαλκό, τὰ σύνεργα τοῦ ἀφέντη.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, σιμὰ στὸ στύλο στάθηκε τῆς δουλεμένης στέγης, σηκώνοντας στὴν ὄψη της τό λιόλαμπρο φακιόλι,
[ μὲ τὶς παραστεκάμενες δεξιὰ κι ἀριστερά της ].

Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΤΟΞΟ ΣΤΟΥΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ G. FEXIS

 καὶ στοὺς μνηστῆρες μίλησε κι αὐτὰ τοὺς εἶπε τότες· “Ἀκοῦστε με, ὦ θεότολμοι μνηστῆρες, ποὺ σ' ἐτοῦτον τὸν πύργο πέσατε ὅλοι σας, νὰ πίνετε, νὰ τρῶτε, ὅσον καιρὸ ὁ ἀφέντης μου στὴν ξενιτειὰ γυρίζει, καὶ πρόφαση καλύτερη δὲ δύνεστε νὰ βρῆτε, μόν' πὼς ἐμένα νά 'χετε γυναίκα λαχταρᾶτε.
Μὰ ἐλᾶτε, παλληκάρια μου, καὶ νά, βραβεῖο ὀμπρός σας. Τὸ μέγα τόξο θέτω σας τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, κι ἐκεῖνον ποὺ εὐκολώτερα στὰ χέρια τὸ τεντώση, κι ἀξίνια δώδεκα μὲ μιὰ σαΐτα του περάση, θ' ἀκολουθήσω ἀφήνοντας τὸν πύργο αὐτόνε, ποὺ ἦρθα νιόπαντρη ἐγώ, καὶ βρῆκα τον ὥριο καὶ βιὸς γεμάτο, ποὺ πάντα θὰ θυμᾶμαι τον καὶ μέσα στ' ὄνειρό μου.”
Αὐτὰ σὰν εἶπε, πρόσταξε τὸν ἄξιο χοιροτρόφο τὸ τόξο καὶ τὰ σίδερα νὰ θέση στοὺς μνηστῆρες.
Δάκρυσε ὁ Εὔμαιος, τά 'πιασε, καὶ χάμου ἀράδιασέ τα.
Ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ Padovanino 1620 
 
 
Θρηνοῦσε κι ὁ βοδοβοσκός, ἀλλοῦ καθὼς τὸ τόξο τ' ἀφέντη του εἶδε.
Κι ὀρθὸς πετάχτηκε, ἔβγαλε τὴν πορφυρένια χλαίνα ἀπὸ τοὺς ὤμους, καὶ μαζὶ τὸ κοφτερὸ σπαθί του.
Χαντάκι σκάβει ὁλόμακρο, καὶ τὰ πελέκια ἀράδα στήνει μὲ στάφνη ἰσιώνοντας, τὸ χῶμα στρώνει γύρω· κι ὄλοι θαμάζαν βλέποντας τὴν τόση τάξη τοῦ ἔργου, ἂν καὶ ποτὲς πρωτύτερα δὲν τό 'χε δῆ καὶ μάθει.
Καὶ στὸ κατώφλι στέκοντας δοκίμαζε τὸ τόξο, Καὶ τρεῖς φορὲς τὸ τράνταξε μὲ βία νὰ τὸ τεντώση,
καὶ τρεῖς τοῦ 'λειψε ἡ δύναμη, κι ἂς τό 'λπιζε τὴν κόρδα πὼς θὰ τεντώση, μὲ σαϊτιὰ τ' ἀξίνια νὰ περάση.
Στὴν τέταρτη τραβώντας το μ' ὁρμὴ τὸ τέντωνε, ὅμως ὄχι ὁ Ὀδυσσέας τοῦ 'γνεψε καὶ τοῦ ἔκοψε τὴ φόρα.


Καὶ κράταε ὁ Εὐρύμαχος στὰ χέρια τὸ δοξάρι, ζεσταίνοντάς το στῆς φωτιᾶς τὴ λάμψη ἀποπαντοῦθε·
μὰ νὰ τεντώση τὴ χορδὴ δὲν μπόρειε, κι ἡ μεγάλη καρδιά του βαριοστέναζε, καὶ φώναξέ τους κι εἶπε·
Πόσο βαθὺς ὁ πόνος μου γιὰ μένα καὶ τοὺς ἄλλους. Μὰ γιὰ τὸ γάμο, ἂν καὶ πονῶ, δὲ θλίβουμαι καὶ τόσο.
Ἀχαιοποῦλες βρίσκουνται πολλὲς καὶ στ' ὥριο Θιάκι, καὶ σ' ἄλλες χῶρες· θλίβουμαι ποὺ τόσο πιὸ μικροί του θένα φαινόμαστε ὅλοι ἐμεῖς στὸ τέντωμα τοῦ τόξου, καὶ ποὺ οἱ κατοπινὲς γενιὲς θ' ἀκοῦνε τὴν ντροπή μας.”
Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιὸς γύρισε τότες κι εἶπε·
“Αὐτὸ ποτὲς δὲ θὰ γενῆ, ὦ Εὐρύμαχε, τὸ ξέρεις. Σήμερα ὁ τόπος τὸ θεὸ τὸν τοξευτὴ γιορτάζει·
ποιός νὰ τεντώνη τόξα ἐδῶ; τὰ τόξα ἂς μείνουν τώρα·

Καὶ σάνε στάξαν κι ἤπιανε ὅσο ἤθελε ἡ καρδιά τους, μὲ πονηριὰ ὁ πολύβουλος τοὺς εἶπε ὁ Ὀδυσσέας· Ἀκοῦτε με, τῆς δοξαστῆς βασίλισσας μνηστῆρες, τὰ ὅσα μέσα λέει ὁ νοῦς νὰ σᾶς τὰ φανερώσω.
Ξέχωρα τὸν Εὐρύμαχο καὶ τὸ λαμπρὸν Ἀντίνο παρακαλῶ, ποὺ εἶπε κι αὐτὰ τὰ στοχασμένα λόγια,
τὰ τόξα στῶν ἀθανάτων τὴν ἔννοια νὰ τ' ἀφῆστε, καὶ νίκη ὁ Φοῖβος τὸ ταχὺ θὰ δώση σ' ὅποιον θέλει.
Ὅμως ἐμένα δῶστε μου τ' ὡριόξεστο δοξάρι, τὰ χέρια καὶ τὴ δύναμη νὰ δοκιμάσω ὀμπρός σας,
νὰ δῶ ἂ βαστοῦν τὰ λυγερὰ τὰ μέλη μου σαν πρῶτα, ἢ τ' ἀφανίσαν οἱ πολλοὶ παραδαρμοὶ κι οἱ κόποι.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ βαρὺς θυμὸς τοὺς πῆρε τότες ὅλους, τὶ μὴν τεντώση τρόμαξαν τ' ὡριόξεστο δοξάρι.

Καὶ πέρασ' ὁ χοιροβοσκὸς κρατώντας τὸ δοξάρι, καὶ στὸ Δυσσέα ζυγώνοντας, τοῦ τό βαλε στὸ χέρι,
καὶ τὴν Εὐρύκλεια φώναξε τὴν παραμάνα κι εἶπε· Προστάζει σε ὁ Τηλέμαχος ὁ φρόνιμος, Εὐρύκλεια, τὶς στέριες νὰ σφαλήξετε τῶν παλατιῶνε θύρες, κι ἂν κάποια ἀκούση βογγητὰ καὶ χτύπους ἀπ' τοὺς ἄντρες ἐδῶ ποὺ θά 'μαστε κλειστοί, νὰ μὴν προβάλουν ὄξω, παρὰ κοιτώντας καθεμιὰ τὸ ἔργο της νὰ συχάζη.”

Ὡς τόσο ὁ Ὀδυσσέας  τ' ὅπλο σὰν πῆρε τὸ τρανὸ κι ἀπὸ παντοῦθε τὸ εἶδε, σὰν ἔμπειρος τραγουδιστὴς στὴ φόρμιγγα τεχνίτης, ποὺ εὔκολα κόρδα μὲ γερὸ στριφτάρι σοῦ τεντώνει,
στὶς δυὸ ἄκρες δένοντας τοῦ ἀρνιοῦ τ' ἄντερο τὸ στριμμένο, ἔτσι ὁ Δυσσέας εὔκολα τέντωσε τὸ δοξάρι,  καὶ μὲ τὸ χέρι τὸ δεξὶ δοκίμασε τὴν κόρδα· κι ἐκείνη γλυκολάλησε, λὲς κι ἦταν χελιδόνι.
Τότ' οἱ μνηστῆρες τρόμαξαν, κι ὄψην ἀλλάξαν ὅλοι· κι ὁ Δίας βρόντηξε βαριὰ γιὰ φανερὸ σημάδι·
καὶ χάρηκε ὁ πολύπαθος καὶ θεϊκὸς Δυσσέας, ποὺ ὁ γόνος τοῦ πολύβουλου Κρόνου ἔστειλε σημάδι.
Καὶ πλάϊ ἀπ' τὸ τραπέζι ἐκεῖ πῆρε γοργὴ σαγίτα, ἕτοιμη· οἱ ἄλλες ἔμνησκαν μὲς στὴ βαθειὰ φαρέτρα,
αὐτὲς ποὺ ἔμελλαν γλήγορα οἱ μνηστῆρες νὰ τὶς νιώσουν.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΕΝΤΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΞΟ J.-Baptiste Deschamps  1864 musée de Tournus

Στοῦ δοξαριοῦ τὸ δέσιμο ἀκουμπώντας τὴ σαγίτα καὶ στό θρονί του καθιστός, κόκκα τραβάει καὶ κόρδα, κι ὀμπρός του σημαδεύοντας ρίχνει· καὶ τὰ πελέκια τὸ βέλος τὸ χαλκόδετο περνάει μὲς ἀπ' τὶς τρύπες, ἀράδα ἀπ' τὸ στειλιάρι τους τὸ πρῶτο, κι ὄξω βγαίνει.

Καὶ μὲ τὰ φρύδια του ἔγνεψε· κι ὁ ἀκριβογιὸς τοῦ θείου Δυσσέα τότες ζώστηκε τὸ κοφτερὸ σπαθί του, καὶ τὸ κοντάρι σφίγγοντας στὸ χέρι, στὸ πλευρό του στάθηκε δίπλα στὸ θρονὶ, καὶ στ' ἄρματα ἄστραφτε ὅλος.
ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΣ ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ  Luigi Bienaimé, 1835



 

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία υ Τὰ πρὸ τῆς μνηστηροφονίας.




Κι ὁ Ὀδυσσέας ὁ θεϊκὸς στὸ πρόσπιτο πλαγιάζει, σὲ ἀδούλευτο βοδόπετσο, μὲ ἀπάνω του στρωμένες
προβιὲς περίσσιες τῶν ἀρνιῶν ποὺ σφάζαν οἱ μνηστῆρες. Σκέπασμα τότες τοῦ 'ριξε φλοκάτα ἡ Εὐρυνόμη. Ἐκεῖ ἀγρυπνοῦσε, κι ὄλεθρο κρυφομελέτα ὁ νοῦς του γιὰ τοὺς μνηστῆρες. Σύγκαιρα τοῦ παλατιοῦ οἱ κοπέλες, ὅσες ἀγκαλιαζόντουσαν μ' ἐκείνους, βγαῖναν τώρα, κι ἡ μιὰ τῆς ἄλλης μὲ χαρὲς καὶ γέλια συντυχαῖναν.
Ὅμως ἐκείνου λύσσαζε στὰ σωθικὰ ἡ καρδιά του, κι ὅλο τὸ γύρναε μὲς στὸ νοῦ καὶ μέσα στὴν ψυχή του, νὰ ὁρμήση, καὶ μὲ θάνατο τὴν καθεμιὰ νὰ σβήση, ἢ στὸ στερνό τους φίλημα ν' ἀφήση τοὺς μνηστῆρες· κι ὁλοένα βόγγαε μέσαθε κι ἀλύχταε ἡ καρδιά του.
Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΚΑΤΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΙΘΑΚΗ JOHN RUSH ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ"


Καὶ τότες ἀπ' τὸν οὐρανὸ κατέβηκε ἡ Παλλάδα ὀμπρός του, κι ἔμοιαζε θνητῆς γυναίκας τὸ κορμί της· καὶ στάθηκε ἀπεπάνω του, καὶ τοῦ εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια·  “Πάλε ἀγρυπνᾶς, ποὺ πιὸ ἄμοιρος δὲ βρέθη στὴ γῆς ἄλλος ; Νὰ δά, τὸ σπίτι σου, καὶ νά, τὸ ταίρι σου ἐκεῖ μέσα, καὶ τὸ παιδί σου, ποὺ ὅμοιο του ποιός δὲν ποθεῖ πατέρας ;”
Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε·
“Ὅλα σωστὰ κι ἀληθινά, θεά μου, ὅσα μοῦ εἶπες· μὰ ἐμένα τοῦτο μέσα μου μεταγυρνάει ὁ νοῦς μου,
τὸ πῶς τοὺς παραδιάντροπους αὐτοὺς ν' ἀγγίξω μόνος, ποὺ αὐτοί 'ναι πάντα μαζωχτοὶ μὲς στὰ παλάτια ἐδαῦτα.
Κι ἕν' ἄλλο μεγαλύτερο στὰ φρένα μου ἀναδεύω, τὸ Δία ἂν ἔχοντας βοηθὸ κι ἐσένανε τοὺς σβήσω,
ποῦ θένα βρῶ καταφυγή ; Στοχάσου το κι ἐτοῦτο”.

Κι ὁ ὕπνος ἐκεῖνον ἔπιανε καὶ τοῦ 'παιρνε τὶς ἔνννιες· μὰ ἡ πολυστοχαζούμενη γυναίκα του ξυπνοῦσε, καὶ κάθιζε στὸ μαλακὸ κλινάρι καὶ θρηνοῦσε.
Κι ἀφοῦ ἡ καρδιά της χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πρῶτα στὴν Ἄρτεμη ἡ λαμπρὴ γυναίκα προσευκιέται·  “Χαριτωμένη μου Ἄρτεμη, κόρη τοῦ Δία, μακάρι νὰ μ' ἔτρωγε ἡ σαΐτα σου χτυπώντας μου τὰ στήθη, γιά ἂς μ' ἅρπαζε ὁλοάξαφνα κι ἂς μ' ἔφερνε ἀνεμούρα στ' ἀχνὰ περάσματα, ἀπ' ἐκεῖ στὸ ρέμα νὰ μὲ ρίξη ποὺ καταπίσω τρέχοντας ὁ Ὠκεανὸς προβάλλει. Καὶ σὰν ποὺ ἄνεμοι πήρανε τὶς κόρες τοῦ Παντάρου, ποὺ τὶς ἀφῆκαν οἱ θεοὶ πεντάρφανες, πανέρμες, κι ἡ Ἀφροδίτη πῆρε τις καὶ γλυκανάθρεψέ τις μὲ τὸ κρασὶ, μὲ τὸ τυρὶ, μὲ τὸ γλυκὸ τὸ μέλι, κι ἡ Ἥρα γνώση κι ὀμορφιὰ τὶς χάρισε περίσσια, ἡ Ἄρτεμη τ' ἀνάστημα, κι ἡ Ἀθηνᾶ τὴν τέχνη τὶς ἔμαθε νὰ φτιάνουνε κάθε δουλειὰ πιδέξια, κι ἡ Ἀφροδίτη στὶς κορφὲς ὡς ν' ἀνεβῆ τοῦ Ὀλύμπου, τὸ Δία τὸ βροντόχαρο γιὰ νὰ παρακαλέση,—


Αὐτὰ εἶπε, κι ἡ χρυσόθρονη φάνη στὴ γῆς Αὐγούλα.
Ἀγρίκησε τὸ θρῆνο της ὁ θεϊκὸς Δυσσέας, καὶ συλλογιόταν κι ἔλεγε στὸ νοῦ του πὼς ἐκείνη
τὸν ἔνιωσε, καὶ πὼς σιμὰ στὴν κεφαλή του στάθη.
Καὶ τὴ φλοκάτα ἁρπάζοντας καὶ τὶς προβιές, ποὺ μέσα κοιμότανε, τ' ἀπίθωσε πὰς σὲ θρονὶ τοῦ πύργου· καὶ στὴν αὐλὴ τὸ βοδινὸ σὰν ἔθεσε τομάρι, στὸ Δία προσευκήθηκε μὲ χέρια σηκωμένα·
“Πατέρα Δία, ἂν στέργετε στὸν τόπο μου νὰ φτάσω ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες, κατόπι τόσα πάθια,
ἀπ' ὅσους μέσα ἐκεῖ ξυπνοῦν, φωνὴ ἂς σηκώση κάποιος, κι ἄλλο σημάδι ἂς μοῦ φανῆ ἀπ' ἔξωθε τοῦ Δία.” Αὐτὰ εἶπε, καὶ συνάκουσε τὴν προσευκή του ὁ Δίας, κι ἀπὸ τὰ νέφια τ' ἁψηλὰ τοῦ λαμπεροῦ τοῦ Ὀλύμπου, βρόντηξ' εὐτύς, καὶ χάρηκε ὁ μέγας Ὀδυσσέας.


Μὰ ἡ Ἀθηνᾶ δὲν ἄφηνε τοὺς θεότολμους μνηστῆρες  νὰ παύουν τὴν κακολογιά, γιὰ νὰ πηγαίνη ὁ πόνος βαθύτερα μὲς στὴν καρδιὰ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα.


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Η ΑΘΗΝΑ Jan Both and Cornelis van Poelenbergh 16 αι

Κι ἀνάμεσό τους βρίσκουνταν ἀδικογνώστης ἄντρας, ποὺ τ' ὄνομά του Χτήσιππος, καὶ κατοικιά του ἡ Σάμη· στὰ πλούτια του τ' ἀρίθμητα πιστεύοντας, ζητοῦσε τοῦ Ὀδυσσέα τὴ σύγκλινη, τοῦ ξενοπλανημένου.
Εἶπε, καὶ πόδι βοδινὸ τραβάει ἀπ' τὸ πανέρι, καὶ τὸ πετάει ἀπάνω του. Μὰ ξέφυγε ὁ Δυσσέας
γυρνώντας τὸ κεφάλι του, καὶ μέσα του μὲ πίκρα γελώντας, καὶ τὸ κόκκαλο στὸ στέριον τοῖχο πέφτει. Τότες μ' ὀργή ὁ Τηλέμαχος τοῦ Χτήσιππου φωνάζει.

Καὶ τότες ὁ θεόμορφος Θεοκλύμενος τοὺς εἶπε· Ἄχ, τί μεγάλο, ὦ δύστυχοι, κακὸ μαθὲς σᾶς βρίσκει.
Νύχτα σᾶς ζώνει κεφαλὴ καὶ πρόσωπο καὶ γόνα· ἄναψ' ὁ θρῆνος, βρέχουνται τὰ μάγουλα μὲ δάκρυα,
κι οἱ τοῖχοι μ' αἷμα βρέχουνται καὶ τὰ ὥρια μεσοδόκια· γέμισαν πρόθυρα κι αὐλὲς μὲ ἴσκιους νεκρῶν ποὺ τρέχουν μέσα στὰ σκότη, στὸ Ἔρεβος· καὶ χάθηκε στὰ οὐράνια· ὁ ἥλιος καὶ γύρω ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μαύρη ἀντάρα.”


TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ ΚΑΙ Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ GIANI FELICE , 1814,Palazzo Guarini, Forlì ,Region Emilia-Romagna


 Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα ἀντίκρυ τους σὰν ἔστησε τὸ λαμπερὸ θρονί της,
ὅ,τι ὁ καθένας ἔλεγε στὰ μέγαρα ἀγρικοῦσε, μὲ γέλια καθὼς τοίμαζαν τὸ γέμα τους ἐκεῖνοι,
τὸ πλούσιο, τὸ χαρούμενο, μὲ τὰ πολλὰ σφαχτά του.
Μὰ ἄλλο τραπέζι πιὸ ἄχαρο δὲ γίνη, σὰν τὸ δεῖπνο ποὺ ἔμελλε γλήγορα ἡ θεὰ κι ὁ μέγας Ὀδυσσέας
νὰ τοὺς ἁπλώση· γιατὶ αὐτοὶ πρωτόκαμαν τὸ κρῖμα.
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ Ο ΑΡΓΟΣ ΤΟ ΠΙΣΤΟ ΤΟΥ ΣΚΥΛΙ. Illustrations by Flaxman ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ 1905

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Ραψωδία τ Ὀδυσσέως καὶ Πηνελόπης ὁμιλία. Τὰ νίπτρα.

Η ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ PALAZZO MILZETTI GIANI  FELICE


Μὰ στὸ παλάτι ὁ θεϊκὸς ἀπόμεινε Ὀδυσσέας, μὲ τὴ θεὰ ἀναδεύοντας τὸ φόνο τῶ μνηστήρων,
κι αὐτὰ τοῦ γιοῦ του μίλησε τὰ φτερωμένα λόγια·“Ἀνάγκη μέσα τ' ἄρματα, ὦ Τηλέμαχε, νὰ θέσηςκι ὅταν ἐκεῖνοι θέλοντας νὰ ξέρουν, σὲ ρωτᾶνε, ἐσὺ μὲ λόγια μαλακὰ γλυκαποκοίμιζέ τους,
καὶ λέγε τους: —Ἀπ' τὸν καπνὸ τὰ πῆρα τὶ δὲν εἶναι σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας τ' ἄφησε μισεύοντας στὴν Τροία, μόνε ἡ ἀχνίλα τῆς φωτιᾶς τὰ θόλωσε ἀπὸ τότες. Μὰ κι ἄλλο μεγαλύτερο βάζει στὸ νοῦ μου ὁ Δίας, μὴν τύχη καὶ σὲ μάλωμα σᾶς ρίξη τὸ μεθύσι, καὶ χτυπηθῆτε, κι ἀτιμιὰ στὴν προξενειά σας φέρτε, γιατὶ μονάχο του τραβάει τὸ σίδερο τὸν ἄντρα.”

Η ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ  Andrea Mantegna 1502 ΛΟΥΒΡΟ


Τότε ὁ Δυσσέας ξεκίνησε μὲ τὸ λεβέντη γιό του, καὶ μέσα κράνη φέρανε, κι ἀφαλωτὲς ἀσπίδες,
καὶ σουβλερὰ κοντάρια. Ὀμπρὸς ἡ Ἀθηνᾶ ἡ Παλλάδα χρυσὸ λυχνάρι κράταγε, ποὺ ἔχυνε φῶς πανώριο.
“Θάμα 'ναι αὐτό, πατέρα μου, ποὺ βλέπω ἐδῶ ὀμπροστά μου· τριγύρω οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ, τὰ μεσοδόκια τὰ ὥρια, καὶ τὰ ἐλατένια τὰ δοκιὰ κι οἱ ἁψηλωμένοι οἱ στύλοι, ὅλα ἀναλάμπουν καὶ χτυποῦν στὰ μάτια μου σὰ φλόγες, Κάποιος Θεὸς κατέβηκε δῶ μέσα ἀπ' τὰ οὐράνια.”
Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τοῦ κρένει·
“Σώπα, τὸ νοῦ σου βάσταξε, καὶ μὴ ρωτᾶς τοῦ κάκου· τέτοια ἡ συνήθεια τῶν θεῶν ποὺ κατοικοῦν τὰ οὐράνια.
Μόνε ἄμε ἐσὺ ν' ἀνεπαυτῆς, κι ἐγὼ ἐδῶ πέρα μνήσκω,τὶς δοῦλες καὶ τὴ μάνα σου νὰ κάμω νὰ μιλήσουν. Τὶ καθετὶς μὲ κλάματα θὰ μὲ ρωτήξη ἐκείνη.”


Τότες ἀπὸ τὸ θάλαμο κι ἡ Πηνελόπη φάνη, παρόμοια μὲ τὴν Ἄρτεμη καὶ τὴ χρυσὴ Ἀφροδίτη.
Ἀπ' τὰ παλάτια πρόβαλαν καὶ δοῦλες ἀσπροχέρες, ποὺ σήκωσαν τὰ φαγητὰ καὶ τὰ λαμπρὰ τραπέζια,
καὶ τὰ ποτήρια ποὺ ἔπιναν οἱ ἀγέρωχοι μνηστῆρες.
Κι ἔρριξαν χάμου τὶς φωτιὲς ἀπ' τοὺς φανοὺς, καὶ βάλαν ἄλλα περίσσια ἀπάνω τους ξύλα γιὰ φῶς καὶ ζέστα. Τότες ἀρχίζει ἡ Μελανθὼ ξανὰ μὲ τὸ Δυσσέα·“Ἀκόμα θὰ μᾶς τυραννῆς, ὦ ξένε, ἐδῶ τὴ νύχτα,
στὸ σπίτι τριγυρίζοντας, κοπέλες νὰ ματιάζης; Σοῦ σώνουν, κακορίζικε, τὰ πὄφαγες, καὶ φεύγα,
Ἢ τάχα θὲς μὲ τὶς δουλειὲς νὰ πεταχτῆς στὸ δρόμο;”
 Καὶ λέει ἀγριοκοιτώντας την ὁ μέγας Ὀδυσσέας·
“Γιατί μὲ τόσο, ἀθεόφοβη, μὲ κατατρέχεις ἄχτι;
Τάχα πού 'μαι ἔτσι δὰ λερὸς καὶ φτωχικὰ ντυμένος, καὶ βγαίνω καὶ ψωμοζητῶ στῆς πείνας τὴν ἀνάγκη; Τέτοιοι 'ναι κεῖνοι ποὺ στὴ γῆς γυρίζουν καὶ ζητᾶνε.

Κατόπι τῆς κελάρισσας τῆς Εὐρυνόμης κρένει·
“Φέρε, Εὐρυνόμη, ἐδῶ θρονὶ μὲ τὴν προβιὰ ἀποπάνω, ὁ ξένος νὰ καθίση ἐκεῖ, νὰ λέη καὶ νὰ μ' ἀκούγη σὰν τοῦ μιλῶ, τί λαχταρῶ νὰ τὸν καλοξετάσω.”
Εἶπε, κι ἐκείνη πρόθυμα φέρνει σιμὰ καὶ στήνει σκαμνὶ καλοπελέκητο, μὲ τὴν προβειὰ ἀποπάνω.
Κάθισ' ἐκεῖ ὁ πολύπαθος κι ὁ θεῖος Ὀδυσσέας, κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη μ' αὐτὰ τὰ λόγια ἀρχίζει·
“Ξένε, ἐγὼ πρῶτα πρῶτα αὐτὸ νὰ σὲ ρωτήξω θέλω·

Καὶ γύρισε ὁ πολύβουλος Δυσσέας καὶ τῆς εἶπε·
“Γυναίκα, ἐσένα δὲν μπορεῖ μήτε στῆς γῆς τὴν ἄκρη ψεγάδι νὰ σοῦ βρῆ θνητός. Ὡς τὰ οὐράνια ἐσένα
πηγαίνει ἡ φήμη σου· ὁ καλὸς παρόμοια βασιλέας φημίζεται σὰν κυβερνάη λαὸ πολὺ κι ἀντρεῖο,
μὲ δίκιο καὶ θεοφοβιά. Ἡ γῆς του βγάζει στάρι, τὰ δέντρα φέρνουνε καρπούς, τὰ πρόβατα πληθαίνουν, χαρίζει ψάρια ἡ θάλασσα, κι ὅλος ὁ κόσμος ἔχει καὶ πλούτια καὶ καλοτυχιὰ μὲ τὴν καλοδηγιά του.
 Κι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη τοῦ ἀπάντησε καὶ τοῦ εἶπε·
“Ὦ ξένε, ὅλες τὶς χάρες μου, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα, οἱ ἀθάνατοι μοῦ ἀφάνισαν ἀφότου στὴν Τρωάδα
μὲ τοὺς Ἀχαιοὺς ξεκίνησε ὁ ἄντρας μου ὁ Δυσσέας.
Ἄν τὴ ζωή μου ἐρχότανε νὰ διαφεντέψη ἐκεῖνος, κι ἡ δόξα μου θὰ πλήθαινε, κι ὅλα καλὰ θὰ βγαῖναν· τώρα ἔχω πίκρες· τὶ πολλὰ δεινὰ μοῦ φέρνει ἡ μοῖρα.

Τρεῖς χρόνους τοὺς κρυφόπαιζα, κι ἔτσι τοὺς ἔπειθα ὅλους· μὰ οἱ ἐποχὲς σὰν ἔφεραν τὸν τέταρτο τὸ χρόνο, καὶ τὰ φεγγάρια χάνονταν, καὶ πλήθαιναν οἱ μέρες, οἱ δοῦλες, σκύλες ἄπονες, μὲ πρόδωσαν, κι ἐκεῖνοι ἦρθαν καὶ μ' ἔπιασαν ἐδῶ, καὶ μοῦ βαριομιλῆσαν,
Καὶ τότες πιὰ μὲ τὸ στανιὸ τὸ τέλειωσα ἀπ' ἀνάγκη.

Οδυσσέας, ταπεινός ζητιάνος, πιάνει το χέρι της περίλυπης Πηνελόπης. Πίσω της ο Τηλέμαχος και δύο γέροντες, ο Λαέρτης και ο Εύμαιος («Μηλιακό» ανάγλυφο π. 460-450 π.Χ)

Ἤξερε ψέματα πολλὰ νὰ λέη μ' ἀλήθειες ὅμοια·
τ' ἄκουγ' ἐκείνη, κι ἔκλαιγε ὡσποὺ ἔλυωνε ἡ θωριά της.
Κι ὅπως ἀπάνω στὰ ψηλὰ βουνὰ τὸ χιόνι λυώνει, ποὺ ὁ Ζέφυρος τὸ στοίβαξε καὶ τό 'λυωσε ὁ Σιρόκος, κι ὅσο αὐτὸ λυώνει, οἱ ποταμοὶ φουσκώνουν κι ὅλο τρέχουν, ἔτσι στὰ δάκρυα λυώνανε τὰ ὡραῖα μάγουλά της, σὰν ἔκλαιγε τὸν ἄντρα της ποὺ πλάγι της καθόταν.
Κι αὐτός, ὅσο κι ἂν ἔνιωθε τοῦ θρήνου της τὸν πόνο κράταε τὰ μάτια ἀσάλευτα σὰν κέρατο ἢ ἀτσάλι, τὰ δάκρυα καθὼς ἔκρυβε στὰ βλέφαρα μὲ τέχνη.
Κι ἐκείνη σάνε χόρτασε τὰ δάκρυα καὶ τὸ κλάμα, πάλε τοῦ ξαναμίλησε κι ἀπάντησέ του κι εἶπε·
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΚΑΙ ΟΔΥΣΣΕΑΣ Joh. Heinrich Wilhelm Tischbein 1802 Landesmuseum Oldenburg


Καὶ νά, λοιπόν, ποὺ εἶναι καλά, καὶ θά 'ρθη ὅπου κι ἂν εἶναι, καὶ δὲν ἀργεῖ τοὺς φίλους του νὰ δῆ καὶ τὴν πατρίδα.Ὅρκο μεγάλο τώρα ἐδῶ σοῦ κάνω κι ἄκουσέ τον.Ὁ Δίας νά 'ναι μάρτυρας, τῶν θεῶν ὁ πρωτοστάτης, κι ἐτούτη ἡ στιὰ τοῦ θεόλαμπρου Ὀδυσσέα, ποὺ ἦρθα τώρα, πὼς ὅλ' αὐτὰ θὰ τελεστοῦν καθὼς ἐγὼ τὰ λέγω.
Μέσα στὸ χρόνο αὐτὸν ἐδῶ θὰ φτάση ὁ Ὀδυσσέας, τοῦτος ὁ μήνας ἅμα βγῆ, κι ἅμα πατήση ὁ ἄλλος.”

Εἶπε, καὶ πῆρε ὁλόλαμπρο τότ' ἡ γριὰ λεβέτι, καλὸ γιὰ ποδοπλύσιμο, κι ἔβαλε πολὺ κρύο
νερό, κατόπι καὶ ζεστό. Καὶ κάθισε ὁ Δυσσέας λίγο παράμερα τῆς στιᾶς, γερτὸς πρὸς τὸ σκοτάδι,
τὶ τοῦ 'ρθε φόβος ἄξαφνα μὴν τύχη καὶ γνωρίση τὸ λάβωμα του ψάχνοντας, καὶ ὅλα τὰ φανερώση.
Σιμώνει τότες ἡ γριὰ τὸ ρήγα της νὰ πλύνη, καὶ πλένοντάς τον ἔνιωσε τό λάβωμα ποὺ κάπρος
μὲ τ' ἄσπρο δόντι μιὰ φορὰ στὸ πόδι τοῦ 'χε ἀνοίξει, σὰν ἦρθε νέος στὸν Παρνασσό, τῆς μάνας του τὸν κύρη, τὸ δοξασμένο Αὐτόλυκο νὰ δῆ μὲ τὰ παιδιά του, πού 'τανε πρῶτος τῶν θνητῶν σὲ πονηριὲς καὶ σ' ὄρκους, τοῦ θεοῦ τοῦ Ἑρμῆ χαρίσματα τὶ εἶχε πολλὰ ἀπ' ἐκεῖνον καλὰ γιδιῶν κι ἀρνιῶν μεριὰ ὁ θεὸς Ἑρμῆς, καὶ πάντα μὲ ἀγάπη τὸν συνόδευε καὶ προθυμιὰ μεγάλη.

Αὐτὸ τὸ λάβωμα ἄγγιξε καὶ γνώρισε ἡ γριούλα, κι ἀφῆκε εὐτὺς τὸ πόδι του νὰ πέση, καὶ τὸ πόδι
μὲς στὸ λεβέτι γλίστρησε, καὶ βρόντηξε ὁ χαλκός του, Αὐτὸ τὸ λάβωμα ἄγγιξε καὶ γνώρισε ἡ γριούλα, κι ἀφῆκε εὐτὺς τὸ πόδι του νὰ πέση, καὶ τὸ πόδι μὲς στὸ λεβέτι γλίστρησε, καὶ βρόντηξε ὁ χαλκός του, Εἶσαι ὁ Δυσσέας, παιδάκι μου, καὶ δὲ σ' εἶχα γνωρίσει, παρὰ καλὰ σὰν ἔψαξα τοῦ ἀφέντη μου τὸ σῶμα.” Εἶπε, καὶ γύρισε ματιὰ κατὰ τὴν Πηνελόπη, νὰ φανερώση θέλοντας πὼς μέσα 'ναι ὁ καλός της.
Μὰ αὐτὴ νὰ δῆ δὲ δύνονταν ἀντίκρυ καὶ νὰ νιώση, τὶ ἡ Ἀθηνᾶ τῆς γύριζεν ἀλλοῦ τὸ λογισμό της.
Η ΕΥΡΥΚΛΕΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΟΔΥΣΣΕΑ  Belle, Clément Louis Marie Anne 1760 Bayonne, Musée Bonnat

Μ' ἄκουσε τώρα τ' ὄνειρο ποὺ εἶδα, καὶ ξήγησέ το.
Εἴκοσι χῆνες θρέφω ἐδῶ μὲ τὸ βρεχτὸ σιτάρι, ποὺ χαίρουμαι νὰ τῖς θωρὼ καὶ νὰ τὶς καμαρώνω.
Μέγας ἀϊτὸς ἀπ' τὸ βουνὸ κατέβη ἀγκιστρομύτης, καὶ τὰ λαιμά τους ἔσπασε· νεκρὲς στρωθῆκαν ὅλες
μὲς στὰ παλάτια κι ὁ ἀϊτὸς ἀνέβη στοὺς αἰθέρες.
Κι ἐγὼ θρηνοῦσα κι ἔσκουζα μὲς στ' ὄνειρό μου τότες, καὶ γύρω οἱ ὡριοπλέξουδες Ἀχαιΐδες συναχτῆκαν, ἀπ' τὶς φωνές μου, ποὺ ὁ ἀϊτὸς μοῦ σκότωσε τὶς χῆνες.
Κι ἐκεῖνος ἦρθε κάθισε στὸ ξώστεγο ἀποπάνω· κι ἀνθρώπινα λαλώντας μου μὲ μπόδιζε νὰ κλαίγω·
“Θάρρος, τοῦ κοσμοξάκουστου τοῦ Ἰκάριου ὦ θυγατέρα· ἀλήθεια 'ναι, κι ὄχι ὄνειρο, καὶ ξάστερο θὰ σοῦ 'βγη. Οἱ χῆνες τοὺς μνηστῆρες σου σημαίνουν, κι ἐγὼ ποὺ ἤμουν ὡς τώρα αϊτός, ὁ αντρας σου τώρα εἶμαι καἰ γυρίζω, νἀ δώσω τέλος φοβερὸ σὲ κάθε σου μνηστήρα.”
Εἶπε, κι ἐμένα μ' ἄφησε τοῦ ὕπνου ἡ γλύκα τότες, καὶ κοίταξα, κι ἀγνάντεψα τὶς χῆνες στὴν αὐλή μου, ποὺ ἔτρωγαν στάρι σὰν προτοῦ στὴ γούρνα τους τριγύρω.”

ΤΟ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ Salvador Dalí 

Ἔχουμε, ὦ ξένε, ὀνείρατα ζαβά, μὲ κούφια λόγια, κι ἀπ' ὅσα ὀνειρευόμαστε, σωστὰ δὲ βγαίνουν ὅλα.
Δυὸ θύρες τ' άλαφροΐσκιωτα τὰ ὄνειρα ἔχουν πάντα· μὲ κέρατο φτιαστὴ τὴ μιά, μὲ φιλντισὶ τὴν ἄλλη·
Ὅσα ὄνειρ' ἀπὸ τὸ φιλντισὶ τὸ πριονιστὸ διαβαίνουν, χαμένα εἶναι κι ἀνώφελα, καὶ τοὺς θνητοὺς γελᾶνε· πάλε ὅσα ἀπ' τὰ καλόξεστα τὰ κέρατα περάσουν, ἀληθινὰ τοῦ βγαίνουνε τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὰ βλέπει. Μὰ ἐμένα τὸ ἔρμο μου ὄνειρο δὲν πρόβαλε ἀποκεῖθε· πόση χαρὰ θὰ τό 'χαμε, κι ἐγὼ καὶ τὸ παιδί μου.
“Γυναίκα σεβαστὴ τοῦ γιοῦ τοῦ Λαέρτη, τοῦ Ὀδυσσέα, τέτοιον ἀγώνα μὴν ἀργῆς στοὺς πύργους σου νὰ βάλης· γιατὶ θά 'ναι ὁ πολύβουλος Δυσσέας ἐδῶ φτασμένος, πρὶν τὸ δοξάρι πιάνοντας αὐτοὶ τ' ὡριοφτιασμένο, τεντώσουνε τὴν κόρδα του, καὶ ρίξουν μὲς στ' ἀξίνια”.
Αὐτὰ εἶπε καὶ στὰ θεόλαμπρα τ' ἀνώγια της ἀνέβη, ὄχι μονάχη· οἱ βάγιες της μαζὶ κι αὐτὲς πηγαῖναν.
Κι ἀπάνω σὰν ἀνέβηκε στ' ἀνώγια μὲ τὶς βάγιες, τὸν ἀκριβό της ἔκλαιγε Δυσσέα ὡσότου ὕπνο
ἡ Ἀθηνᾶ τῆς στάλαξε γλυκὸ στὰ βλέφαρά της.
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ Deutsch, Rudolph von ΒΕΡΟΛΙΝΟ