Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ



ΡΑΨ.δ  Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.



ΜΕΝΕΛΑΙΟΝ  ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ Πολύ κοντά στο Ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος, στην Σπάρτη.

Κάτου στῆς Λακεδαίμονας τὰ βραχοκάμπια φτάνουν, καὶ στὰ παλάτια ξεκινοῦν τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου. Βρῆκαν τον κι ἔκανε χαρὰ μὲ περισσούς δικούς του, τὶ γιὸ καὶ κόρη πάντρευε στὸ σπιτικό του μέσα.Στοῦ ἀτρόμητου Ἀχιλλέα τὸ γιὸ τὴν κόρη του προβόδα, ποὺ ἀπὸ τήν Τροία τὴν ἔταξε καὶ λόγο τοῦ εἶχε δώσει, καὶ τώρα τέλος φέρνανε οἱ ἀθάνατοι στὸ γάμο.
Μὲ ἀλόγατα καὶ μ' ἅμαξες τὴν ἔστελνε στὴ χώρα τῶ Μυρμιδόνων τὴ λαμπρὴ, ποὺ βασιλιάς τους ἦταν, Καὶ γιὰ τὸ γιό του διάλεξε τοῦ Ἀλέχτορα τὴν κόρη στὴ Σπάρτη· ὁ χαδεμένος του λεβέντης Μεγαπένθης ἦταν αὐτὸς, κι ἡ μάνα του σκλαβούλα, τὶ ἡ Ἑλένη ἄλλο παιδὶ δὲ γέννησε κατόπι τῆς Ἑρμιόνης τῆς ὥριας, ποὺ χρυσόλαμπε σὰν ἴδια ἡ Ἀφροδίτη.

Ἔτσι μὲς στὸ πεντάψηλο ξεφάντωναν παλάτι ὅλ' οἱ γειτόνοι κι οἱ δικοὶ τοῦ δοξαστοῦ Μενέλαου,
καὶ γλέντιζαν ὁ θεϊκὸς τραγουδιστὴς κοντά τους τραγούδαε λύρα παίζοντας, καὶ στὸ σκοπό του ἀπάνω δυὸ χορευτάδες πηδηχτὰ καταμεσὶς σβουρίζαν.
Στὰ πρόθυρα ὁ παλληκαρὰς Τηλέμαχος κι ὁ γιόκας τοῦ Νέστορα ὁ περίλαμπρος μὲ τ' ἄλογα σταθῆκαν.

Καὶ σὰν τὰ σεριανίσανε καὶ χάρηκε ἡ ψυχή τους, μπήκανε μὲς στὶς σκαλιστὲς τὶς γοῦρνες καὶ λουστῆκαν. Καὶ σὰν τοὺς λοῦσαν κοπελιὲς κι ἀλεῖψαν τους μὲ λάδι, καὶ τοὺς φορέσανε κρουστὲς χλαμύδες καὶ χιτῶνες, πὰς σὲ θρονιὰ τοὺς κάθισαν σιμὰ στὸ γιὸ τοῦ Ἀτρέα.
Καὶ μπρίκι γιὰ τὸ νίψιμο τοὺς φέρνει τότε ἡ βάγια, ὥριο, χρυσό, καὶ χύνει τους στὴν ἀργυρὴ λεγένη,
κι ὕστερα στρώνει ἀντίκρυ τους γυαλιστερὸ τραπέζι.

 “Γιὰ κοίτα, γιὲ τοῦ Νέστορα, καὶ φίλε τῆς καρδιᾶς μου, χαλκὸς ποὺ ἀστράφτει μὲς σ' αὐτὰ τὰ βουητερὰ παλάτια, τὸ μάλαμα καὶ τὸ ἤλεχτρο, τὸ φίλντισί, τ' ἀσήμι.
Τέτοιες θένα 'ναι κι οἱ αὐλὲς τοῦ Δία τοῦ Ὀλυμπήσου·ἀρίφνητα καλὰ θωρῶ, καὶ θαμασμὸς μὲ πιάνει.”
Καὶ τὸν ἀπείκασε ὁ ξανθὸς Μενέλαος σὰ μιλοῦσε, καὶ τοὺς φωνάζει καὶ λαλεῖ μὲ φτερωμένα λόγια· “Ποιός ἄνθρωπος, παιδάκια μου, μετριέται μὲ τὸ Δία; ἀθάνατοί 'ναι οἱ πύργοι του καὶ τὰ καλά του ἐκείνου·θνητὸς μονάχα στὰ καλὰ μ' ἐμένανε μετριέται, ἢ κι ὄχι· τὶ μὲ πάθια μου καὶ μὲ πολλὰ ταξίδια
μὲς στὰ καράβια τά 'φερα χρόνους ὀχτὼ γυρνώντας· Κύπρο, Φοινίκη διάβηκα, Αἴγυπτο, Αἰθιοπία,
καὶ Σιδονιῶτες κι Ἐρεμπούς, καὶ τῆς Λιβύας τὴ χώρα,...............Ὅλους ἐγὼ τοὺς κλαίω ἐκειοὺς καὶ δέρνουμαι, κλεισμένος σὰν κάθουμαι πολλὲς φορὲς σ' αυτά μου τὰ παλάτια, κι ὦρες στὸ κλάμα χαίρουμαι, ὦρες τὸ κόβω πάλε, τὶ γλήγορα χορταίνεται τὸ κρύο τὸ μοιρολόγι.
Μὰ τούτους ὅλους δὲ θρηνῶ, κι ἂς καίγετ' ἡ καρδιά μου,ὅσο ἕναν, ποὺ ποθώντας τον ὄρεξη χάνω κι ὕπνο· γιατ' Ἀχαιὸς δὲν τράβηξε τὰ ὅσα ὁ Ὀδυσσέας. Μὰ ἡ μοῖρα τό 'θελε πολλὰ νὰ πάθη αὐτός, κι ἐμένα νὰ τρώη ὁ πόνος του ὁ σκληρός, ποὺ τόσους χρόνους λείπει, κι ἀνίσως ζῆ ἢ ἀπέθανε κανένας δὲ γνωρίζει. Καὶ θὰ τὸν κλαῖνε τώρ' αὐτὸν ὁ γέρος ὁ Λαέρτης κι ἡ Πηνελόπη ἡ γνωστικιά, θὰ τόνε κλαίη κι ὁ γιός τους, ποὺ ἀπὸ τὸ σπίτι φεύγοντας μωρὸ τὸν εἶχε ἀφήσει.”
Εἶπε, κι αὐτὸς λαχτάρηξε νὰ κλάψη τὸ γονιό του. Χάμου ἕνα δάκρυο του ἔχυσε γρικώντας τ' ὄνομά του,.Εἶπε, κι αὐτὸς λαχτάρηξε νὰ κλάψη τὸ γονιό του. Χάμου ἕνα δάκρυο του ἔχυσε γρικώντας τ' ὄνομά του,...........

 
Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ Angelica Kauffmann

Κι ἐκεῖ ποὺ αὐτὰ μελέταγε στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχή του, ἡ Ἑλένη ἀπὸ τ' ἀνώγια της τὰ μοσκομυρισμένα προβάλλει σὰν τὴν Ἄρτεμη τὴ χρυσοσαγιτοῦσα.
Σιμά της στήνει ἡ Ἄδραστη θρονὶ καλοφτιασμένο, ἡ Ἀλκίππη μάλλινο ἁπαλὸ φέρνει χαλὶ κι ἁπλώνει,
καὶ τὸ πανέρι τ' ἀργυρὸ φέρν' ἡ Φυλώ, ποὺ δῶρο ἡ Ἀλκάντρα τῆς τὸ χάρισε ἡ γυναίκα τοῦ Πολύβου,
ποὺ ζοῦσε καὶ λημέριαζε στὴν Αἴγυπτο στὶς Θῆβες, καὶ ποὺ εἶχε πλούτια ἀρίφνητα στὸ σπιτικό του μέσα. Ἔδωσ' ἐκεῖνος δυὸ ἀργυρὰ λουτρὰ τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀτρέα, δυὸ τρίποδα, καὶ μάλαμα τάλαντα δέκα χώρια· δῶρα ἡ κερά του διαλεχτὰ χαρίζει τῆς Ἑλένης, χρυσή ἀληκάτη, κι ἀργυρὸ πανέρι πὰς στὶς ρόδες, μὲ χρυσωμένα ὁλόγυρα τοῦ πανεριοῦ τὰ χείλη.
Αὐτὸ δὰ τῆς παράθεσε ἡ Φυλὼ ἡ παρακόρη, γεμάτο νῆμα δουλευτό, κι ἀπάνω ἡ ἀληκάτη μὲ τὸ βαθιόχρωμο μαλλί, θεμένη πέρα ὡς πέρα.
Καθίζει ἀπάνω στὸ θρονί, μ' ἀκουμποπόδι ὀμπρός της ἡ Ἑλένη, καὶ τὸν ἄντρα της καλορωτάει νὰ μάθη.Ὦ διόθρεφτε Μενέλαε, γνωρίζουμ' ἐμεῖς τάχα ἐτοῦτοι ποὺ μᾶς ἤρθανε σὰν ποιοί παινιένται νά 'ναι ;Ἀλήθεια, ἢ ψέματα θὰ πῶ; δὲν τὸ βαστῶ πιὰ μέσα.
Ποτές μου δὲν εἶδ' ἄνθρωπο, ἄντρα ἢ γυναίκα, τόσο νὰ μοιάζη ἀνθρώπου, ὅσο αὐτὸς — θαμάζω βλέποντάς τον— ὁ γιὸς τοῦ μεγαλόκαρδου Ὀδυσσέα μοιάζει νά 'ναι, ὁ νέος Τηλέμαχος, ποὺ ἐκειὸς μικρὸ τὸν εἶχε ἀφήσει γιὰ μένα τὴν ἀσύστατη σὰν τρέξατε στὴν Τροία στὸ νοῦ σας πόλεμο ἔχοντας ἀπόκοτο ὅλοι τότες.”



 Η ΕΛΕΝΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ  Jean-Jacques Lagrenee, 1795, ΑΓ.ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ ΕΡΜΙΤΑΖ
\
Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος γυρίζει καὶ τῆς κρένει· “Κι ἐγώ, γυναίκα, νιώθω τα καθὼς ἐσὺ τὰ κρίνεις·
τέτοια τὰ πόδια του ἐκεινοῦ, τὰ χέρια κι οἱ ματιές του, τέτοιο καὶ τὸ κεφάλι του κι ἀπάνωθέ του ἡ κόμη.
Καὶ καθὼς τώρα θύμιζα τὸν Ὀδυσσέα, δηγώντας τὰ ὅσα ἐκεῖνος ἔπαθε καὶ πόφερε γιὰ μένα,
αὐτὸς πικρὸ κατέβαζε στὸ πρόσωπό του δάκρυο, κι ὀμπρὸς στὰ μάτια σήκωνε τήν πορφυρένια χλαίνα.”..........................................
Κλαίγ' ἡ Ἑλένη ἡ Ἀργίτισσα, τοῦ Δία ἡ θυγατέρα,κλαίει ὁ καλὸς Τηλέμαχος κι ὁ γιὸς τοῦ Ἀτρέα Μενέλαος, καὶ μήτε ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα στεγνὰ δὲν εἶχε μάτια· τὶ τὸν Ἀρχίλοχο κι αὐτὸς τὸν ἄσφαλτο θυμήθη, ποὺ ὁ γόνος τῆς λαμπρῆς Ἠῶς τὸν εἶχε σκοτωμένο· αὐτὸν θυμώντας μίλησε μὲ λόγια φτερωμένα· “Τοῦ Ἀτρέα γιέ, πιὸ γνωστικὸ μὲς στούς ἀνθρώπους ὅλους
ὁ γέρος σὲ εἶπε Νέστορας μιλώντας γιὰ τὰ σένα στὸ σπίτι, σὰ ρωτιούμασταν ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον.
Καὶ τώρα, ἂ γίνεται, ἄκου με· γιατὶ στὸ δεῖπνο ἀπάνω δὲν τ' ἀγαπῶ τὰ κλάματα· μὰ θὰ ξανάρθη ἡ Αὐγούλα......................................
Τότες αὐτὸ σοφίστηκε τοῦ Δία ἡ κόρη Ἑλένη·ἀπ' ὅπου πίνανε κρασὶ τοὺς ἔριξε βοτάνι, συχαστικὸ κι ἀνέχολο, ποὺ κάθε πόνο πνίγει.
Ὅποιος αὐτὸ τὸ καταπιῆ σμιγμένο στὸ κροντήρι, ὁλημερὶς δὲ χύνεται στὸ μάγουλο του δάκρυο,
μὰ κι ἄξαφνα ἂν ἡ μάνα του ἢ ὁ κύρης τοῦ πεθάνη,ἢ κι ὀμπροστὰ στὰ μάτια του μὲ τὸ μαχαίρι ἂν κόβουν ἀγαπημένο ἀδέρφι του, ἢ γιὸ μονάκριβό του.
Τέτοια 'χε γιατροβότανα καλὰ τοῦ Δία ἡ κόρη· τά 'χε δοσμένα ἡ σύγκοιτη τοῦ Θώνα ἡ Πολυδάμνα,
στὴν Αἴγυπτο, ποὺ ἀρίθμητα ἡ πλούσια ἡ γῆς τὰ βγάζει, ἄλλα καλὰ στὸ σμίξιμο κι ἄλλα φαρμακωμένα· γιατρὸς καθένας εἶν' ἐκεῖ παράξιος μὲς στὸν κόσμο, τὶ ὅλοι τους τὸν Παιήονα γνωρίζουν πρόγονό τους.
Καὶ μέσα αὐτὰ σὰν τά 'ριξε, κι εἶπε νὰ τοὺς κεράσουν, πάλε ἄρχισε τὸ μιλητό, κι αὐτὰ τοὺς συντυχαίνει·

Η ΠΟΛΥΔΑΜΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ ΔΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ  ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΜΕΝΕΛΑΟ ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ Vouet Simon  17 ΑΙΩΝ  Faculte de Pharmacie, Paris, France
 

Εἶναι ἀδύνατο νὰ δηγηθῶ σας ὅλους τοῦ σιδερόκαρδου Ὀδυσσέα τοὺς πάμπολλους ἀγῶνες·
ἕνα θὰ πῶ ὅμως ποὺ ἔπραξε ὁ ἀτρόμητος ἐκεῖνος, στὴν Τροία, ποὺ τοὺς Ἀχαιοὺς μύρια τοὺς πέσαν πάθια· τότες ποὺ χάραξε κακὰ σημάδια στὸ κορμί του,ντύθηκε ροῦχα φτωχικά, καὶ μοιάζοντας μὲ δοῦλο γυρνοῦσε στὴν πλατύδρομη τοῦ ἐχτροῦ τὴ χώρα μέσα· ἔτσι ἀλλαγμένος, θά 'λεγες κάποιος ζητιάνος ἦταν, αὐτὸς ποὺ ἀλλιῶς φαινότανε στ' ἀχαϊκὰ καράβια.
Τέτοιος στὴν Τροία χώθηκε, κι ἐκεῖνοι τυφλωθῆκαν ὅλοι τους, καὶ μονάχη ἐγὼ τὸν ἔνιωσα ποιός ἦταν, καὶ τόνε ρώτηξα, κι αὐτὸς μοῦ ξέφυγε μὲ τέχνη.
Μὰ ὅταν ἐγὼ τὸν ἔλουσα, τὸν ἄλειψα μὲ λάδι, καὶ τοῦ 'δωσα φορέματα, καὶ τοῦ 'κανα ὅρκο μέγα
ἀνάμεσά τους νὰ μὴν πῶ πὼς φάνηκε ὁ Ὀδυσσέας, πρὶν αὐτὸς φτάση στὶς σκηνὲς καὶ στὰ γοργὰ καράβια, τότες τὰ σκέδια τῶν Ἀχαιῶν μοῦ τὰ φανέρωσε ὅλα.
Κι ἀρίθμητους ἡ σπάθα του σὰν ἔκοψε Τρωαδῖτες, πρὸς τοὺς Ἀργῖτες γύρισε πολλά 'χοντας στὸ νοῦ του.

Κι ὁ ξανθουλὸς Μενέλαος γυρίζει καὶ τῆς κάνει·
“Ναί, ὅλα ἐτοῦτα ἀληθινὰ τὰ μίλησες, γυναίκα· πολλῶν ἐγὼ μελέτησα τὴ γνώση καὶ τὴ γνώμη,
ἀντρῶν ἡρώων, καὶ πολλοὺς εἶδα τοῦ κόσμου τόπους, μὰ ἄνθρωπο τέτοιον πουθενὰ τὰ μάτια μου δὲν εἶδαν, σὰν ποὺ ἤτανε ὁ τρανόψυχος κι ὁ ἀκριβὸς Δυσσέας.
Κι ἄλλο ἕνα ἐκεῖνος ἔπραξε μὲ τόλμη κι ἀντρειοσύνη, τότες ποὺ φόνο φέρναμε καὶ χαλασμὸ στοὺς Τρῶες, μὲς στ' ἄλογο τὸ σκαλιστὸ κρυμμένοι ἐμεῖς οἱ πρῶτοι. Ἦρθες κι ἐσὺ τότες ἐκεῖ· θεὸς θὰ σ' εἶχε στείλει, ποὺ νὰ χαρίση γύρευε στοὺς Τρωαδῖτες δόξα· σιμά σου κι ὁ θεόμοιαστος Δῄφοβος. Καὶ κάνεις τρεῖς γύρους πασπατεύοντας τὸν κουφωτὸ κρυψώνα, καὶ κράζοντας τὰ ὀνόματα τῶν Ἀργιτῶνε μέσα, καθένα μὲ τὴν ξέχωρη λαλιὰ τῆς σύγκοιτής του. Ἐγὼ καὶ τοῦ Τυδέα ὁ γιὸς κι ὁ μέγας ὁ Ὀδυσσέας τ' ἀκούσαμε τὸ λάλημα στὴ μέση καθισμένοι.
Ἐμᾶς τοὺς δυὸ μᾶς ἔπιασε λαχτάρα τότες, ἢ ὄξω νὰ βγοῦμε, ἢ ἀπομέσαθε ν' ἀποκριθοῦμε ἀμέσως·
ὅσο ὅμως κι ἂν τὸ θέλαμε, μᾶς βάσταξ' ὁ Ὀδυσσέας.............

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ ΚΑΙ Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΣΑΛΒΑΤΟΡ ΝΤΑΛΙ 1972

χαμογέλασε ὁ τρανόφωνος Μενέλαος,
καὶ τόνε λαφροχάδεψε κι ὀνόμασέ τον κι εἶπε· “Αἶμα καλό, παιδάκι μου, τὰ λόγια σου μοῦ δείχνουν·σοῦ ἀλλάζω τ' ἄλογα, μπορῶ κι ἀλλιῶς νὰ σὲ φιλέψω· ἀπ' ὅσα δῶρα σπίτι μου φυλάω θησαυρισμένα, σοῦ δίνω τ' ὀμορφότερο, τὸ πιὸ βαριότιμό μου.  Σοῦ δίνω ψιλοδούλευτο κροντήρι, ὅλο ἀσήμι, κι ἀπάνωθε τὰ χείλη του μὲ μάλαμα σμιγμένα· δουλειὰ τοῦ Ἠφαίστου· ὁ Φαίδιμος ὁ ἥρωας τό 'χε δώσει, ὁ ρήγας τῶν Σιδονιτῶν, τότες ποὺ ἐδῶ γυρνώντας στ' ἀρχοντικά του κόνεψα· δικό σου νά 'ναι θέλω.”

Καὶ στοῦ Ὀδυσσέα κατάμπροστα οἱ μνηστῆρες τὰ παλάτια δισκοβολώντας γλέντιζαν καὶ ρίχνοντας κοντάρια σὲ γὴς στρωτή, ποὺ ἀδιάντροπα ἐκεῖ πάντα μαζεύονταν.
Κι ὁ Ἀντίνος, τοῦ Εὐπείθη ὁ γιός, τοὺς μίλησε μὲ πίκρα, τὶ λύσσα τὰ συνέπαιρνε τὰ μαῦρα σωθικά του, καὶ μοιάζανε τὰ μάτια του σὰ λαμπερὲς δυὸ φλόγες· “Γιὰ δὲς μεγάλο κάμωμα, ταξίδι νὰ τολμήση, ποὺ λέγαμε ὁ Τηλέμαχος πὼς δὲν τὰ βγάζει πέρα.
Σὲ τόσων πεῖσμα ἕνα παιδὶ νὰ πάρη πλοῖο νὰ φύγη, ἀφοῦ τοῦ τόπου διάλεξε τὰ πρῶτα παλληκάρια.
Ἀρχίζει κι ἀπ' τὰ πρῶτα του χερότερα ποὺ ὁ Δίας νὰ τόνε σπάση πρὶν ἐρθῆ καὶ βάσανα μᾶς φέρη.
Μὰ πλοῖο δόστε μου γοργὸ καὶ εἰκοσαριὰ συντρόφους καρτέρι νὰ τοῦ στήσω ἐγὼ καὶ νὰ παραμονέψω μὲς στὰ στενὰ ἐκεῖ τοῦ Θιακιοῦ καὶ τῶν βροχιῶν τῆς Σάμης, νὰ τὸ καῆ ποὺ ἀρμένισε γιὰ χάρη τοῦ γονιοῦ του.”
 
Ὅμως πολὺ δὲν ἄργησε νὰ μάθη ἡ Πηνελόπη ὅσα οἱ μνηστῆρες μυστικὰ στὸ νοῦ τους μαγειρεῦαν,
τὶ ὁ κήρυκας ὁ Νέδοντας τῆς τά 'πε, ποὺ ἄκουσέ τα, ὄντας παρόξω τῆς αὐλῆς, ποὺ ἐκεῖ τὰ κρυφοπλέχναν, καὶ μπῆκε νὰ τὰ μπιστευτῆ τῆς Πηνελόπης μέσα. Εἶπε, κι ἐκείνης κόπηκαν τὰ γόνατα, ἡ καρδιά της· ὥρα πολλὴ τὴ γλῶσσα της ἀμιλησιὰ κρατοῦσε, τὰ μάτια δάκρυα γέμισαν, καὶ πιάστηκε ἡ φωνή της.
..................................
 Τότες αὐτὸ σοφίστηκε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα· φάντασμα φτιάνει ποὺ ἔμοιαζε ἡ μορφή του μὲ γυναίκα,
τοῦ Ἰκάριου τοῦ τρανόψυχου τὴ θυγατέρα Ἰφτίμη, ποὺ ὁ Εὔμηλος ἀπ' τὶς Φερὲς τὴν εἶχε σύγκλινή του.
“Κοιμᾶσαι, Πηνελόπη μου, μὲ τὴν καρδιὰ θλιμμένη;Δὲ θὲν ἐσὺ νὰ δέρνεσαι οἱ θεοὶ ποὺ καλοζοῦνε,
καὶ νὰ καρδιοπονᾶς· θᾶ ρθῆ στὸ Θιάκι πάλε ὁ γιός σου, τὶ φταίξιμο δὲν ἔκαμε στοὺς θεοὺς ποτὲς ἐκεῖνος.”

Στὸ πλοῖο ὡς τόσο ἀνέβηκαν, καὶ σῦραν οἱ μνηστῆρες στὰ πέλαα, τοῦ Τηλέμαχου τὸ τέλος μελετώντας.
Κι εἶναι στῆς θάλασσας ἐκεῖ τὴ μέση πετρονήσι, ποὺ πέφτει ἀνάμεσα Θιακιοῦ καὶ τῆς ξερῆς τῆς Σάμης, ὄχι μεγάλο, ἡ Ἀστερή, μὲ βολικὰ λιμάνια, καὶ δυὸ μπασιές, ποὺ οἱ Ἀχαιοὶ τοῦ στήσανε καρτέρι
Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ  (Alan Stenson)  ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ "ΟΔΥΣΣΕΙΑ' ΤΟΥ Αντρέι Κοντσαλόφσκι και Κόππολα     1997



 

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ


ΡΑΨ.γ  Τὰ ἐν Πύλῳ.
ΠΥΛΟΣ


Τὴν ὥρια ὅταν ἀφήνοντας τὴ λίμνη ἀνέβη ὁ ἥλιος πρὸς τὸν ὁλόχαλκο οὐρανὸ σὲ ἀθάνατους νὰ φέξη,
καὶ στοὺς ἀνθρώπους τοὺς θνητοὺς τῆς γῆς τῆς θροφοδότρας, σὲ χώρα φτάναν ὄμορφη, στὴν Πύλο τοῦ Νηλέα.
Κόσμος ἐκεῖ στ' ἀκρόγιαλα προσφέρνανε θυσίες, ταύρους ὁλόμαυρους στῆς γῆς τὸ σείστη Ποσειδώνα. Καθόντανε παρέες ἐννιά, νομάτοι πεντακόσοι στὴν καθεμιά, καὶ ταῦροι ἐννιὰ στὴν καθεμιὰ σφαζόνταν.
Καὶ στάθη τὸ καλόφτιαστο καράβι, κι ὄξω βγῆκαν, καὶ βγῆκε κι ὁ Τηλέμαχος τὴν Ἀθηνᾶ ἀκλουθώντας.
Πρώτη τὸ λόγο ἀρχίνησε ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα·“Δὲν πρέπει ἐσὺ πιὰ ντροπαλός, Τηλέμαχέ μου, νά 'σαι γι' αὐτὸ τὰ πέλαα πέρασες, νὰ μάθης, τὸ γονιό σου ποιό χῶμα τόνε σκέπασε, ποιά μοῖρα τόνε βρῆκε. Σῦρε στ' ἀλογοδαμαστῆ τοῦ Νέστορα ἴσια τώρα, νὰ δοῦμε σὰν τί στοχασμοὺς μὲς στὴν καρδιά του κρύβει. Καὶ παρακάλειε τον ἐσὺ μὲ ἀλήθεια νὰ μιλήση,ἀγκαλὰ ψέμα δὲ θὰ πῆ, γιατὶ ἔχει γνώση ἐκεῖνος.”
Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τῆς κάνει· “Μέντορα, πῶς νὰ πάω μαθὲς καὶ νὰ τοῦ προσμιλήσω, ποὺ ἀκόμα εἶμ' ἀσυνήθιστος στὰ σοβαρὰ τὰ λόγια;
Νέος μεγάλο νὰ ρωτάη τό 'χει ντροπῆς ἀλήθεια.”
Κι ἡ γαλανόματη Ἀθηνᾶ τοῦ ἀπολογήθη κι εἶπε·
“Τηλέμαχε, ἄλλα θὰ τὰ βρῆς μονάχος μὲ τὸ νοῦ σου, ἄλλα ὁ θεὸς θὰ σοῦ τὰ πῆ· τὶ ἡ μάνα σου δὲ θά 'χη γεννήσει κι ἀναθρέψει σε χωρὶς θεοῦ συμπόνια.”
 

Το ανάκτορο του Νέστορα διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και θεωρείται το καλύτερα σωζόμενο μυκηναϊκό ανάκτορο. Βρίσκεται στον λόφο του Επάνω Εγκλιανού, σε απόσταση 14 χλμ. βόρεια της Πύλου και 4 χιλιόμετρα νότια της Χώρας. Λόγω της φυσικής του οχύρωσης, η περιοχή δεν είχε κυκλώπεια τείχη, σε αντίθεση με τις Μυκήνες.


Πρῶτος ὁ γιὸς τοῦ Νέστορα ὁ Πεισίστρατος ζυγώνει, παίρνει τὸ χέρι τῶν δυονῶν, τοὺς φέρνει στὸ τραπέζι κι ἀπὰς σὲ μαλακὲς προβιὲς στὸν ἄμμο τοὺς καθίζει,τοῦ Θρασυμήδη τοῦ ἀδελφοῦ καὶ τοῦ γονιοῦ του δίπλα.

Νέστορα, τοῦ Νηλέα ὦ γιέ, τῶν Ἀχαιῶν καμάρι,ποποῦθε ἐρχόμαστε ρωτᾶς, αὐτὸ θὰ σοῦ ὁρμηνέψω.
Ἀπὸ τὸ Θιάκι ἐρχόμαστε, ποκάτω ἀπὸ τὸ Νεῖο, γιὰ ἀνάγκη ποὺ ὄχι τοῦ λαοῦ, παρὰ δική μας εἶναι.
Νὰ μάθω ποῦ 'ναι ὁ κύρης μου, τὴ φήμη του ἀκλουθώντας, τοῦ καρτερόψυχου Ὀδυσσέα, ποὺ ἕναν καιρὸ μαζί σου λὲν πολεμώντας κούρσεψε τὴ χώρα τῆς Τρωάδας.

Κι ὁ Γερηνιώτης Νέστορας ὁ ἀλογογνώστης τοῦ εἶπε· “Φίλε μου, ἀφοῦ μοῦ θύμισες τὰ πάθια ποὺ ἐκεῖ τότες τραβήξαμε τῶν Ἀχαιῶν τ' ἀκράτητα ἐμεῖς τέκνα, κι ὅσα στὰ πέλαγα τ' ἀχνὰ γυρνώντας μὲ καράβια, σὰ βγαίναμε στὰ λάφυρα τὸν Ἀχιλλέα ἀκλουθώντας, καὶ πάλε γύρω στὸ καστρὶ τοῦ Πρίαμου τοῦ ρήγα σὰν πολεμούσαμε· ὅλοι ἐκεῖ οἱ καλύτεροί μας πῆγαν.
Ἐκεῖ ὁ λεβέντης ὁ Αἴαντας, ἐκεῖ κι ὁ Ἀχιλλέας,κι ὁ Πάτροκλος, ποὺ μὲ θεοὺς μπόρειε νὰ βγῆ στὴ γνώση,ἐκεῖ κι ὁ γιός μου ὁ ἀκριβός, τὸ παλληκάρι τ' ἄξιο,ὁ Ἀντίλοχος, ὁ ξακουστὸς στὸ δρόμο καὶ στὴ μάχη.Κι ἄλλα πολλὰ παθήματα κοντὰ σ' αὐτὰ μᾶς βρῆκαν·μὰ ποιός θνητὸς ,θὰ δύνονταν αὐτὰ νὰ τὰ ἱστορήση;Καὶ πέντε κι ἔξη ἂν ἔμνησκες χρόνους ἐδῶ ρωτώντας, νὰ μάθης τὰ ὅσα πόφεραν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ λεβέντες, βαριεστημένος κι ἄμαθος στὸν τόπο σου θὰ γύρνας.
Χρόνους ἐννιὰ τοὺς πλέχναμε χαμὸ μὲ μύριες τέχνες, καὶ μετὰ βίας τοῦ Κρόνου ὁ γιὸς τὸν ἔφερε σὲ τέλος.
Μὲ τὸν τρανὸ Ὀδυσσέα κανεὶς στὴ γνώμη δὲ μποροῦσε νὰ παραβγῆ, ποὺ πάντα αὐτὸς ἔβγαιν' ἀπ' ὅλους πρῶτος σὲ πᾶσα τέχνη, ὁ κύρης σου, ἂν εἶσαι ἐσὺ στ' ἀλήθεια παιδί του ἐκείνου· ξαφνισμὸς μὲ παίρνει σὰν κοιτῶ σε. Μοιάζει ἡ μιλιὰ σας, μὰ τὸ ναί, καὶ θά 'λεγες πὼς νέος μὲ τόση γνώση γέρικη δὲν μπόρειε νὰ μιλήση.
Ποτὲς οἱ δυό μας, ὁ λαμπρὸς Δυσσέας κι ἐγώ, νὰ βγοῦμε ἀσύφωνοι σὲ συντυχιὰ ἢ βουλὴ δὲν ἔτυχέ μας, παρὰ μιὰ γνώμη δείχνοντας, μὲ στοχασιὰ καὶ σκέψη τί τοὺς Ἀργῖτες σύφερνε πασκίζαμε νὰ βροῦμε.

Νέστορα, τοῦ Νηλέα γιέ, πές μου ὅλη τὴν ἀλήθεια· πῶς πέθανε ὁ Ἀγαμέμνονας ὁ μέγας γιὸς τοῦ Ἀτρέα; καὶ ποῦ ἤτανε ὁ Μενέλαος; σὰν τί τὸ μαῦρο τέλος ποὺ ὁ πονηρὸς ὁ Αἴγιστος σοφίστηκε καὶ βρῆκε,γιὰ νὰ ξεκάμη ἀντίμαχο πολὺ καλύτερό του; ἢ νά 'λειπε ὁ Μενέλαος, καὶ κάπου ἀλλοῦ πλανιόταν, κι ἐκεῖνος ξεθαρρεύτηκε καὶ σκότωσε τὸ ρήγα;”
...Ὡς τόσο ἀρνιόταν τ' ἄπρεπο τὸ κάμωμα ἡ πανώρια ἡ Κλυταιμνήστρα στὴν ἀρχή, τ' εἶχε καλὴ τὴ γνώμη.
 ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ Αἰσχύλου ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΟΡΕΣΤΕΙΑ ( ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, ΧΟΗΦΟΡΟΙ, ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ)  Ἀγαμέμνων, 1949, ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ ΩΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Σιμά της κι ὁ τραγουδιστὴς ἀγρύπνα, ποὺ ὁ Ἀτρείδης νὰ τὴ φυλάη παράγγειλε μισεύοντας στὴν Τροία. Μὰ τότες ποὺ οἱ ἀθάνατοι ψηφίσαν τὸ χαμό της,τὸν παίρνει τὸν τραγουδιστὴ σὲ ρημονήσι ἐκεῖνος, κι ἀφήνοντάς τον νὰ γενῆ ξεφάντωμα τῶν ὄρνιων, τὴ φέρνει σπίτι πρόθυμη καθὼς κι ὁ ἴδιος ἦταν. Ἀρίθμητα ἔψησε μεριὰ πὰς στοὺς βωμοὺς τῶν θεῶνε, μύρια στολίδια κρέμασε, καὶ τούλια καὶ χρυσάφια,ποὺ τέτοιο πρᾶμα ἀνόλπιστο καὶ μέγα ἔβγαλε πέρα.

Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΙΓΙΣΘΟΣ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΓΑΜΈΜΝΩΝΑ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ Pierre-Narcisse Guérin, 1817 ΛΟΥΒΡΟ

Ὡς τόσο ἀπὸ τὴν Τροία ἐμεῖς ἐρχάμενοι, τοῦ Ἀτρέα ὁ γιὸς κι ἐγὼ, οἱ δυὸ βλάμηδες, περνούσαμε τὸ κῦμα· ὅμως στὸ Σούνι, τὸ ἱερὸ σὰ φτάσαμε ἀκρωτήρι τῶν Ἀθηνῶνε, ὁλόξαφνα ὁ Ἀπόλλωνας ὁ, Φοῖβος τὸ δόλιο τοῦ Μενέλαου χτυπάει καραβοκύρη, μὲ τὶς λαμπρὲς του σαϊτιές, καὶ τὴ ζωή του παίρνει, ἐκεῖ ποὺ κράταε τοῦ γοργοῦ τοῦ καραβιοῦ τὸ δοιάκι, τὸ Φρόντη τοῦ Ὀνήτορα, ποὺ τοὺς ξεπέρναε ὅλους σὲ καραβιοῦ κυβέρνημα σὰ μάνιαζε ἀνεμούρα.
Ἔτσι μποδίστη ὁ δρόμος του, πολλὴ κι ἂν εἶχε βιάση,.......Μὰ ὅταν κι αὐτὸς στὰ μελανὰ τὰ πέλαγα ὄξω βγῆκε μὲ τὰ γοργὰ καράβια του, καὶ στὸ βουνὸ Μαλέα κατέβηκε ἀρμενίζοντας, τότες φριχτὸ ταξίδι ὁ Δίας ὁ βροντόφωνος τοῦ τοίμασε, μὲ ἀνέμους ποὺ σφυριχτοὶ φυσούσανε, καὶ κύματα σηκῶναν μέσα στὴν ἄγρια θάλασσα, πελώρια ἴσαμε ὄρη.
Καὶ χώρισε τὰ πλοῖα σὲ δυό· μέρος στὴν Κρήτη πέσαν, ποὺ κατοικοῦν οἱ Κύδωνες στοὺς ὄχτους τοῦ Ἰαρδάνου. Ἐκεῖ γκρεμνὸς πρὸς τὸ γιαλὸ γλιστρὸς ἁψηλοστέκει στῆς Γόρτυνας τὰ πέρατα, κι ὀμπρος στ' ἀχνὰ πελάγη·.....

Καὶ στοὺς θεοὺς σὰν ἔσταξαν κι ἤπιαν ὅσο ἀγαποῦσαν, κινήσανε γιὰ πλάγιασμα στὸ σπίτι του ὁ καθένας, μὰ τὸν Τηλέμαχο, τὸ γιὸ τοῦ θεϊκοῦ Ὀδυσσέα, ὁ ἀλογολάτης Νέστορας τὸν κοίμισε στοῦ πύργου τὴ σάλα τὴν πολύβοη, σὲ τορνευτὸ κλινάρι,μὲ πλάγι τὸν Πεισίστρατο, τὸ λυγερὸ λεβέντη,
ποὺ ὄντας ἀκόμα ἀνύπαντρος στοῦ κύρη κατοικοῦσε. Ἴδιος ὁ γέρος πλάγιασε στὰ ὁλόβαθα τοῦ πύργου,σὰν ἔσιαξέ του ἡ σύγκλινη στρωσίδια καὶ κλινάρι.

 Καὶ τοῦ Τηλέμαχου λουτρὸ τοῦ δίνει ἡ Πολυκάστη,κόρη στερνὴ τοῦ Νέστορα, τοῦ γόνου τοῦ Νηλέα. Καὶ σὰν τόνε καλόλουσε, τὸν ἄλειψε μὲ λάδι, καὶ μ' ὄμορφο τὸν ἔντυσε χιτώνα καὶ χλαμύδα,
ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸ λούσιμο μὲ τοὺς θεοὺς παρόμοιος καὶ πῆγε κάθισε σιμὰ στὸ Νέστορα τὸ ρήγα.
Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους, αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Νέστορας τοὺς εἶπε ὁ ἀλογολάτης.“Παιδιά μου, τοῦ Τηλέμαχου φέρτε μεμιὰς καὶ ζέψτε τὰ ὡριότριχα τ' ἀλόγατα, νὰ καλοταξιδέψη.”  Αὐτὰ εἶπε, καὶ τὸν ἄκουσαν, κι εὐτὺς στ' ἁμάξι ζέψαν τ' ἀλόγατα τὰ γλήγορα. Κελάρισσα τοὺς βάζει ψωμί, προσφάγι καὶ κρασὶ, σὰν πὄχουν οἱ ρηγάδες.
Πὰς στ' ὥριο ἁμάξι ἀνέβηκε ὁ Τηλέμαχος, καὶ δίπλα ὁ ἀσίκης ὁ Πεισίστρατος τὰ χαλινάρια πῆρε
καὶ τ' ἄλογα μαστίγωσε· πρόθυμ' αὐτὰ πετάξαν στοὺς κάμπους, πίσω ἀφήνοντας τὴν ἁψηλὴ τὴν Πύλο.
Ἔφεξ' ἡ ροδοδάχτυλη τῆς νύχτας κόρη Αὐγούλα, ζέψανε, κι ἀν,εβήκανε στ' ὡριόφαντο τ' ἁμάξι,
κι ἀφήκανε τὰ ξώθυρα τοῦ βουητεροῦ τοῦ πύργου· δίνει βιτσιὰ στ' ἀλόγατα, κι αὐτὰ γοργοπετάξαν,
κι ἴσια στοὺς κάμπους τοὺς σπαρτοὺς κατέβηκαν πετώντας, καὶ δρόμο κόψανε πολὺ μὲ τὴν ὁρμὴ ποὺ πῆραν.
Κι ἔγειρ' ὁ ἥλιος τὸ βράδυ, κι ἀπόσκιασαν οἱ δρόμοι.
Ο ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΤΗΝ ΑΜΑΞΑ ,ΠΙΣΩ ΤΟΥ Η ΑΘΗΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ , signed by Peupin 1814


 

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ.β   Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΙΘΑΚΗΣΙΩΝ ΚΑΙ Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ


Telemachus and Mentor, Giovanni Battista Tiepolo, 1730
 Κι η Αυγη σα φάνη η πουρνογέννητη και ροδοδαχτυλάτη, απο την κλίνη ο γιός πετάχθηκε και ντύθη, του Οδυσσέα. Ντύθηκε, ζώνει τὸ σπαθὶ τὸ κοφτερὸ στὸν ὦμο,
ὥρια ποδένει σάνταλα στὰ πόδια τὰ λαμπρά του,καὶ βγαίνει ἀπὸ τὸ θάλαμο μὲ ἀθάνατο παρόμοιος.

Διαλαλητάδες πρόσταξε καλόφωνους ἀμέσως τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς σὲ συντυχιὰ νὰ κράξουν.
“Αὐτός, ὦ γέρο, ποὺ ρωτᾶς, θὰ δῆς, μακριὰ δὲν εἶναι·Παρὰ δικό μου πάθημα, ποὺ μοῦ 'πεσε στὸ σπίτι
διπλό· τὸν ἄξιο μου ἔχασα γονιὸ ποὺ κυβερνοῦσε ἐσᾶς ἐδῶ ὅλους μιὰ φορὰ σὰν ἥμερος πατέρας,
κι ἄλλο, χειρότερο πολύ, ποὺ πάει νὰ ξολοθρέψη τὸ σπιτικό μου, κι ὅλο μου τὸ βιὸς νὰ τ' ἀφανίση.
ἐγὼ τὸν κόσμο κάλεσα, τὶ ἐμένα ἀγγίζει ὁ πόνος Μνηστῆρες πλῆθος πέσανε τῆς ἄθελής μου μάνας,
γιοὶ τῶν ἀντρῶν ποὺ βρίσκουνται προυχόντοι μὲς στὸν τόπο, καὶ νὰ φανοῦνε τρέμουνε στοῦ Ἰκάριου τοῦ γονιοῦ της, ποὺ αὐτὸς τὴ θυγατέρα του θὰ προίκιζε, καὶ σ' ὅποιον πιὸ ταιριαστὸς τοῦ φαίνουνταν, τήν ἔδινε γυναίκα.Μόνε σ' ἐμᾶς ὁλοκαιρὶς χαζεύοντας ἐκεῖνοι καὶ βόδια σφάζοντας κι ἀρνιά, καὶ τὰ παχιὰ τὰ γίδια, τὸ χαίρουνται, καὶ πίνουνε τὸ φλογερὸ κρασί μου, τοῦ κάκου, καὶ τὰ καταλοῦν γιατὶ ἄντρας πιὰ δὲ στέκει σὰν ποὺ ὁ Δυσσέας ἤτανε, τὸ σπίτι νὰ γλυτώση.
Κι ἐμεῖς γι' αὐτοὺς δὲ σώνουμε· μὰ ἀλήθεια καὶ κατόπι θά 'μαστε ἐμπρός τους ἀχαμνοὶ κι ἀνήξεροι ἀπὸ μάχη. Νά 'χα μαζί μου δύναμη, κι ἐγὼ θ' ἀντιστεκόμουν, τὶ ἀβάσταχτά 'ναι ἐτοῦτα πιά· μοῦ ἀφάνισαν τὸ σπίτι καὶ πῆγε· νιῶστε την κι ἐσεῖς αὐτὴ τὴν ἀδικιά τους,ντραπῆτε ἐκείνους τοὺς λαοὺς ποὺ γύρω γειτονεύουν, καὶ φοβηθῆτε τοὺς θεούς, μὴν ὀργιστοῦν καὶ ρίξουν μιὰ μέρα στὸ κεφάλι σας τὰ μαῦρα αὐτὰ τὰ ἔργα.
Προσπέφτω σας, γιὰ τ' ὄνομα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμης, ποὺ τῶν ἀντρῶν τὶς συντυχιὲς αὐτὴ σκορπάει ἢ φέρνει,πάψτε, καλοί μου, ἀφῆστε με μὲς στὸν καημὸ νὰ λυώνω μονάχος, ἂν ὁ δοξαστὸς πατέρας μου Ὀδυσσέαςστὸυς Ἀχαιοὺς δὲν ἔκαμε κακὸ ἀπὸ ὄχτρητά του,ποὺ τώρα μ' ὄχτρητα κι ἐσεῖς τὸ ξεπλερώνετέ μου, σ' ἐτούτους θάρρος δίνοντας· πιὸ κέρδος γιὰ τὰ μένα ἐσεῖς νὰ καταλούσατε τὸ βιὸς καὶ τὰ καλά μου.
Νά 'σαστε ἐσεῖς, τὸ δίκιο μου θὰ τό 'βρισκα μιὰ μέρα· τὶ μὲς στὴ χώρα θά 'βγαινα, καὶ γκαρδιακὰ μιλώντας τὰ πλούτια μου θὰ γύρευα, ὡς ποὺ ὅλα νὰ δοθοῦνε. Μὰ τώρα πόνο ἀγιάτρευτο μοῦ βάζετε στὰ σπλάχνα.”

Αὐτὰ τοὺς εἶπε μὲ χολή, κι εὐτὺς τὸ δεκανίκι χάμου πετάει δακρύζοντας· κι ὅλους τοὺς πῆρε ἡ λύπη.
Σωποῦσαν, καὶ κανένας τους νὰ βγάλη δὲν κοτοῦσε λόγο σκληρό, κι ἀπάντηση νὰ δώση· μόνο ὁ Ἀντίνος σηκώθηκε ἀπ' τοὺς Ἀχαιούς, κι αὐτὰ τοῦ ἀπολογήθη.
Μωρὲ λογά, ἀχαλίνωτε Τηλέμαχε, τί λές μας;μᾶς βρίζεις, κι ἀβανιάσματα νὰ μᾶς κολλήσης θέλεις·
μὰ ξέρε το πὼς δὲ σοῦ φταῖν οἱ Ἀχαιοὶ οἱ μνηστῆρες,παρὰ ἡ μανούλα σου τὰ φταίει, ποὺ χίλια ξέρει ὁ νοῦς της.Τρεῖς χρόνοι τώρα πέρασαν, καὶ τέταρτος κοντεύει,ποὺ αὐτὴ γελάει τοὺς Ἀχαιούς. Ἐλπίδες δίνει σ' ὅλους,καὶ καθενοῦ ξεχωριστὰ ταξίματα τοῦ στέλνει,αὐτὴ ὅμως ἄλλα μελετάει. Καὶ κοίταξε κι ἐτούτη τὴν πονηριὰ ποὺ μπόρεσε νὰ σοφιστῆ καὶ νά 'βρη.Στήνει θεόμακρο πανὶ στὸν πύργο της νὰ φάνη, ψιλόκλωστο κι ἀμέτρητο, καὶ λέει μας· “Παλληκάρια, μνηστῆρες μου, τώρα ὁ λαμπρὸς που ἀπέθανε Ὀδυσσέας, μὴ βιάζετε τὸ γάμο μου, γιὰ ν' ἀποσώσω πρῶτα τὸ πανικό, νὰ μὴ χαθοῦν τὰ νήματα τοῦ κάκου, ποὺ τό 'χω γιὰ τὸ σάβανο τοῦ ἥρωα τοῦ Λαέρτη,τὴ νύχτα ὅμως τὸ ξέφαινε σὰν ἔφερναν τὰ φῶτα.
Τρεῖς χρόνους μᾶς κρυφόπαιζε, κι ἔτσι μᾶς ἔπειθε ὅλους· μὰ οἱ ἐποχὲς σὰ φέρανε τὸν τέταρτο τὸ χρόνο, μιά της γυναίκα πὄξερε, μᾶς τὰ φανέρωσε ὅλα, καὶ πιάσαμέ την τὸ λαμπρὸ πανί της νὰ ξεφαίνη.

 Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΚΑΙ ΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΚΥΖΗΣ

 Κι ὁ γνωστικὸς Τηλέμαχος γυρίζει καὶ τοῦ κρένει·
“Ἀντίνο, ἀπὸ τον πύργο μου δε γίνεται νἀ διώξω ἐκείνη ποὺ μὲ γέννησε καὶ μ' ἔθρεψε· ὁ γονιός μου, ζῆ ἀπέθανε, σὲ ξένη γης ἀπόμεινε· ἂν τὴ στείλω τὴ μάνα ἐγὼ, στὸν κύρη της θὰ τ' ἀκριβοπλερώσω.

Κι ἀπ' τὸν Ἰκάριο συφορὲς κι ἀπ' τὸ θεὸ θὰ μοῦ 'ρθουν, σὰ φεύγει ἡ μάνα καὶ ξορκάει τὶς μαῦρες Ἐρινύες· μὰ καὶ τοῦ κόσμου ἐπάνω μου τὴν κατηγόρια θά 'χω· ὥστε ποτές μου τέτοιο ἐγὼ δὲν ξεστομίζω λόγο. Κι ἀτοί σας ἂν τὸ νιώθετε τὸ κρῖμ' αὐτό, νὰ σύρτε,ἄλλα τραπέζια νά 'βρετε, δικό σας βιὸς νὰ τρῶτε, ὁ ἕνας σπίτι τοῦ ἀλλονοῦ. Μὰ ἂν πάλε ἐσεῖς θαρρῆτε πὼς εἶναι δίκιο κι εὔλογο νὰ καταλυοῦνται πλούτια ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπλέρωτα, σκορπᾶτε τα· ἐγὼ τότες καλῶ βοήθεια τοὺς θεούς, ἴσως κι ὁ Δίας φέρη τὸ γδικιωμὸ πού ἀξίζει σας, κι ἔτσι κι ἐσεῖς κατόπι πεδῶθε δίχως πλερωμὴ μιὰ καὶ καλὴ χαθῆτε.”
Αὐτὰ εἶπε, κι ὁ βροντόφωνος ὁ Δίας τότες στέλνει ἀπ' τ' ἁψηλὸ βουνόκορφο δυὸ ἀϊτοὺς καὶ ξεκινᾶνε, Πέταγαν πρῶτα ἀνάλαφρα σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου, πλευρὸ πλευρὸ διαβαίνοντας μὲ τὰ φτερὰ ἁπλωμένα·μὲ στῆς πολύβοης συντυχιᾶς σὰν ἔφτασαν τὴ μέση, στριφογυρνοῦν, καὶ μὲ βαρὺ φτερούγιασμα κοιτώντας πρὸς τὰ κεφάλια τοῦ λαοῦ ματιὲς θανάτου ρίχτουν· καὶ μὲ νυχιὲς σὰν ἔσκισαν τὰ μοῦτρα, τὰ λαιμά τους, δεξὰ κινώντας πέρασαν τὶς κατοικιὲς τῆς χώρας.


Θαμάσαν ὅλοι βλέποντας τὰ ὅρνια σὰ φανῆκαν, κι ὁ νοῦς τους ἀνιστόραγε τὰ μέλλανε νὰ γίνουν.
Ὁ γέρος τότε ἥρωας τοὺς μίλησε Ἁλιθέρσης, τοῦ Μάστορα, ποὺ πρῶτος τους κρινότανε ὁλονῶνε
στὴ γνώριση τῆς μαντικῆς, στὴν ὁρμηνειὰ τῶν ὄρνιων· αὐτὸς λοιπὸν καλόγνωμα ξαγόρεψέ τους κι εἶπε·
“Ἀκοῦστε με, ὦ Θιακήσοι ἐσεῖς, καὶ μάλιστα οἱ μνηστῆρες, τὸ τί ἔχω τώρα νὰ σᾶς πῶ καὶ νὰ σᾶς φανερώσω. Βαρὺ κακὸ τοὺς ἔρχεται· δὲ δύνεται ὁ Δυσσέας νὰ μείνη πιὰ πολὺν καιρὸ μακριὰ ἀπὸ τοὺς δικούς του·σιμὰ ἐδῶ κάπου θάνατο γιὰ τοὺς μνηστῆρες σπέρνει μὰ κι ἄλλοι μας ἐδῶ πολλοὶ θὰ πάθουμε μαζί τους, ποὺ κατοικιά μας ἔχουμε τὸ ξάστερο τὸ Θιάκι· τὸ πῶς θᾶ τοῦς μποδίσουμε ἀπὸ τώρα ἂς στοχαστοῦμε, ἢ ἐτοῦτοι πρῶτοι ἂς πάψουνε· τὶ γιὰ καλό τους εἶναι.Δὲν προφητεύω ἀνήξερος· κατέχω τὰ ποὺ κρένω· ἔτσι κι ἐκειοῦ ὅσα μάντεψα ἐγὼ τότες, ὅλα βγῆκαν
ὅταν οἱ Ἀργῖτες ὅλοι τους στοῦ Ἴλιου τὴ χώρα ὁρμοῦσαν, κι ἀντάμα τους ὁ τρίξυπνος ξεκίναε Ὀδυσσέας. Θὰ πάθη, τοῦ 'λεγα, πολλά, θὰ χάση τοὺς συντρόφους,καὶ θὰ γυρίση ἀγνώριστος στὰ εἴκοσι τὰ χρόνια στὸν τόπο του· καὶ νά, ποὺ αὐτὰ τώρα τοῦ βγαίνουν ὅλα.”

 
Καὶ τοῦ Πολύβου ὁ Εὐρύμαχος ἀντίσκοψε καὶ τοῦ 'πε·προφήτης εἶμ' ἐγὼ σ' αὐτὰ πολὺ καλύτερός σου.
Ὄρνια γυρίζουνε πολλὰ κάτω ἀπ' τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, μὰ δὲ μαντεύουν ὅλα· πάει, χάθη ὁ Δυσσέας στὰ ξένα· μακάρι ν' ἀφανίζουσαν κι ἐσὺ μαζὶ μ' ἐκεῖνον, νὰ μὴ μᾶς ψέλνης τώρα ἐδῶ τὶς τόσες μαντικές σου,“Σπίτι σου σέρνε, γέρο ἐσὺ, καὶ βγάζε τῶν παιδιῶ σου μαντεῖες, μπὰς καὶ πάθουνε κανὲ κακὸ κατόπι·κεντώντας ἀδιαφόρετα τὸ χόλιασμα τοῦ γιοῦ του, μ' ἐλπίδα κι ἴσως σπίτι σου κάποιο σοῦ στείλη δῶρο.
Και ενώ ο λαός της Ιθάκης παραμένει αδρανής ο Τηλέμαχος ετοιμάζει το πλοίο για την αναχώρησή του με σύμβουλό του πάντα την Αθηνά-Μέντωρα. Την  Εὐρύκλεια, τοῦ Ὤπα γέννημα, τοῦ γιοῦ τοῦ Πεισηνόρη, ἔκραξε ὁ Τηλέμαχος ἐκεῖ, κι αὐτὰ τῆς εἶπε·Ἔλα, ὦ γριά, κρασὶ γλυκὸ μὲς στὶς λαγῆνες χῦσε,τὸ νόστιμο, ὕστερ' ἀπ' αὐτὸ ποὺ ἐσὺ φυλάεις γιὰ κεῖνον
τὸν ἄμοιρο, τὸ θεόσπαρτο Ὀδυσσέα, ποὺ τὸ ἐλπίζειμιὰ μέρα πὼς θὰ ξαναρθῆ, τὸ θάνατο ἂν ξεφύγη.
Δώδεκα γέμισε ἀπ' αὐτὲς καὶ καλοστούπωσέ τις, βάλε καὶ στὰ καλόραφτα δερμάτια μέσα ἀλεύρι,εἴκοσι μέτρα κάμε τα καρπὸ μυλαλεσμένο,καὶ ξέρε τα μονάχη σου. Κι ὅλα μαζὶ νὰ τά 'χῃς,
τὶ θά 'ρθω ἀποσπερῆς ἐγὼ νὰ τὰ σηκώσω, ἡ μάνα σὰν ἀνεβῆ στ' ἀνώγι της τὴ νύχτα νὰ πλαγιάση.
Στὴν Πύλο τὴν ἀμμουδερὴ θὰ σύρω, καὶ στὴ Σπάρτη,τοῦ ἀγαπημένου μου γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἴσως μάθω.” “Θάρρος· δὲν εἶν' αὐτὰ, ὦ γριά, χωρὶς θεοῦ συνέργεια,
Ὅμως, ν' ἀμώσης πὼς ἐσὺ λόγο δὲ λὲς τῆς μάνας,ἑντέκατη ἢ δωδέκατη ὡσότου νά 'ρθη μέρα,ἢ πρὶ γυρέψη νὰ μὲ δῆ, καὶ μάθη πιὰ πὼς λείπω,γιὰ νὰ μὴν κλαίγη καὶ χαλνάη τὴν ὄμορφή της ὄψη.”


Κι ἀνέβηκε ὁ Τηλέμαχος στὸ πλεούμενο· κυβέρνα ἡ Ἀθηνᾶ καθούμενη στὴν πρύμνη του· σιμά της
κι ἐκεῖνος κάθισε· ἔλυσαν τὰ παλαμάρια οἱ ἄλλοι,ὕστερ' ἀνέβηκαν κι αὐτοὶ καὶ στὰ ζυγὰ καθίσαν,Καὶ τότες πρύμο στέλνει τους ἡ θεὰ ἡ γαλανομάτα,τὸ Ζέφυρο ποὺ ἀχολογᾶ στὰ μαῦρα πέλαα πάνω.
Καὶ πρόσταξε ὁ Τηλέμαχος καλώντας τοὺς συντρόφουςνὰ πιάσουν τ' ἄρμενα· ἄκουσαν αὐτοὶ τὴν προσταγή του.Κατάρτι ἔλατο ἔστησαν καὶ μπήξανέ το μέσα στὸ μεσοδόκι τὸ σκαφτό, τὸ δέσανε μὲ ξάρτια, καὶ μὲ καλόστριφτα λουριὰ τ' ἄσπρα παννιὰ τραβῆξαν.
Φούσκωσε ὁ ἀγέρας τὸ πανὶ στὴ μέση, καὶ τὸ κῦμα πὰς στὸ κοράκι βρόνταγε καθὼς γοργὰ σκιζόταν·
κι ἔκοβε δρόμο κι ἔτρεχε στὸ πέλαο τὸ καράβι,Καὶ τ' ἄρμενα σὰ δέσανε στὸ μελανὸ σκαφί του,
κροντῆρια στῆσαν, καὶ κρασὶ καλογεμίζοντάς τα γιὰ τοὺς ἀθάνατους θεοὺς καὶ τοὺς αἰώνιους χῦναν
μὰ γιὰ τὴ γαλανόματη κόρη τοῦ Δία πρῶτα .Κι ὁλονυχτὶς καὶ τὴν αὐγὴ ἔπαιρνε δρόμο ἐκεῖνο.
,

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ, Ο ΓΥΙΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΚΑΙ Η ΘΕΑ ΑΘΗΝΑ ΝΑ ΤΟΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Danby, Francis




 

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

ΡΑΨ. α Θεῶν ἀγορά. Ἀθηνᾶς παραίνεσις πρὸς Τηλέμαχον. Μνηστήρων εὐωχία.
 
 
 



Το καράβι του Οδυσσέα έτοιμο πια, πήρε τη θέση του στη Μαρίνα του Φλοίσβου, με αυτόν τον τρόπο το Εθνικό Θέατρο επέλεξε να ενημερώσει το κοινό για την παράσταση της «Οδύσσειας» του Ομήρου .

 

Τον άνδρα, Μούσα, τον πολύτροπο τραγούδα μου, που πλήθος διάβηκε τόπους, αφού πάτησε της Τροίας το κάστρο το άγιο, και πολιτείες πολλές εγνώρισε, πολλών βουλές ανθρώπων, κι αρίφνητα τυράννια ετράβηξε στα πέλαγα η καρδιά του, για να σωθεί κι αυτός παλεύοντα και πίσω συντρόφους να φέρει κι όμως δεν τους γλύτωσε κι ας το ποθούσε τόσο τι απο τις ίδιες τους εχάθηκαν τις ανομιές εκείνοι- οι ανλέμυαλοι, που τ'ουρανόδρομου τα βόδια εφάγαν Ηλιου, κι αυτός τη μέρα τους αρνήστηκε του γυρισμου.
Για τούτα και μας για λέγε, κάπου αρχίζοντας κόρη θεικιά του Δία. ΟΔΥΣΣΕΙΑ α στιχ.1-9
 
Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΤΟ CHATEAU DE COMPIEGNE , ATENIZEI THN ΘΑΛΑΣΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΚΑΛΥΨΟΥΣ
Οι Αθάνατοι στου Ολύμπιου Δία το αρχοντοπάλατο βρισκόταν μαζεμένοι, και πρώτος μιλούσε των αθανάτων και των θνητών ο κυρης, καθώς τον Αίγιστο τον άψεγο θυμήθη, που εσκοτώθη απο τον Ορέστη, του Αγαμέμνονα τον γιό τον ξακουσμένο.
"Πωπώ, με του θεούς τα βάζουνε πάντα οι θνητοί, πως τάχα τις συμφορές εμείς του στέλνουμε, μα κι οι αδικιές τους είναι που πάνω απ΄το γραφτό σε βάσανα τους ρίχνουν....."
 

Antonio Verrio (1636-1707) Assemblée des dieux sur le Mont Olympe 1693
Northampton, Museum and Art Gallerie

Τότε η Αθηνά, η θεά η γλαυκόματη, του απηλογήθη κι είπε
"Γιέ του Κρόνου και πατέρα μας, μες στους θεούς ο πρώτος, για κείνον είναι ο πιο που ταίριαζε ξολοθρεμός αλήθεια, μακάρι να χανόταν όλοι τους που τέτοιες πράξεις κάνουν. Μα  καίγεται η καρδιά  μου, ως σκέφτομαι τον ανδρειανό Οδυσσέα, τον έρμο, χρόνια που παιδεύεται μακριά απο τους δικούς του σε ένα νησί, πούναι της θάλασσας το αφάλι, κυκλωμένο απο τα  κύματα,πολύδεντρο.θεά εκεί πάνω μένει, του Ατλαντα η κόρη του κακόγνωμου , ποὺ ξέρει
τῆς θάλασσας τὰ τρίσβαθα, καὶ μὲ μακριὲς κολῶνες
ἀπὸ τὴ γῆς τὸν οὐρανὸ φυλάει ξεχωρισμένο. Δικιά του η κόρη πουν τον άμοιρο κρατά. Στα σύθρηνα του να τον πλανέψει με τα λόγια της πασκίζει, την Ιθάκη για να του βγάλει απο τη θύμηση, κι εκείνος λαχταρώντας και μοναχά καπνό απο τον τόπο του να ιδεί ν΄ανηφορίζει ανέλπιδος ποθεί θάνατο..."
Κι ὁ  ὁ Δίας τῆς ἀποκρένεται συννεφομαζώχτης·“Τί λόγο ἀπὸ τ' ἀχείλι σου ξεστόμισες, παιδί μου ;
Ποιός τό 'πε ἐγὼ πὼς λησμονῶ τὸ θεϊκὸ Ὀδυσσέα, ποὺ πρῶτος εἶναι ἀπ' τοὺς θνητοὺς στὸ νοῦ καὶ στὶς θυσίες πρὸς τοὺς ἀθάνατους θεοὺς ποὺ ὁρίζουνε τὰ οὐράνια ;
Ὁ Ποσειδώνας εἶν' ὁ θεός, τῆς γῆς ὁ περιζώστης, ποὺ πάθος τοῦ ἔχει ἀνέσβεστο, τὶ χάλασε τὸ μάτι
τοῦ ἰσόθεου τοῦ Πολύφημου, τοῦ πρώτου τῶν Κυκλώπων στὴ δύναμη· τῆς Θόωσας εἶναι παιδί, τῆς νύφης, κόρης τοῦ Φόρκυνα, ἄρχοντα τοῦ ἀτρύγητου πελάγου, ποὺ ὁ Ποσειδώνας σὲ βαθειὲς σπηλιὲς ἀγκάλιασέ την. Ἀπὸ τὰ τότε ὁ σαλευτὴς τῆς γῆς ὁ Ποσειδώνας κι ἂ δὲν τόνε θανάτωσε, μὰ τὸν πλανάει στὰ ξένα τὸν Ὀδυσσέα. Ὅμως καιρὸς ἐμεῖς νὰ στοχαστοῦμε πὼς νά 'ρθη στὴν πατρίδα του· θὰ πάψη τὴν ὀργή του ὁ Ποσειδώνας· δὲν μπορεῖ στὸ πεῖσμα μας, κι ἀγνάντια τόσων ἀθάνατων αὐτὸς ν' ἀντισταθῆ μονάχος.”

Κι ἡ γαλανόματη ἡ θεὰ τοῦ ἀπολογήθη τότες·
“Πατέρα μας, τοῦ Κρόνου γιέ, τῶν βασιλιάδων πρῶτε, στοὺς τρισμακάριστους θεοὺς αὐτὸ ἂν ἀρέση τώρα, νὰ ξαναρθῆ στὸ σπίτι του ὁ παράξιος Ὀδυσσέας ὁ Ἀργοφονιὰς Ἑρμῆς ἂς πάη μηνύτορας δικός μας στῆς Ὠγυγίας τὸ νησί, γιὰ νὰ μηνύση ἀμέσωςτῆς ὡριοπλέξουδης θεᾶς τὴν ἄσφαλτη βουλή μας,
ὁ Ὀδυσσέας ὁ ἄτρομος στὴ γῆς του νὰ γυρίση. Ἐγὼ στὸ Θιάκι πάω, καρδιὰ περσότερη νὰ δώσω
τοῦ γιοῦ του ἐκεῖ, κι ἀπόφαση νὰ βάλω στὴν ψυχή του,νὰ πῆ τοὺς μακρομάλληδες Ἀχαιοὺς νὰ μαζωχτοῦνε, καὶ τοὺς μνηστῆρες ὁλονοὺς ν' ἀποκηρύξη ὀμπρός τους, ποὺ σφάζουν κι ὅλο σφάζουνε τὰ βοδοπρόβατά του.
Κατόπι στὴν ἀμμουδερὴ τὴν Πύλο καὶ στὴ Σπάρτη τὸν παίρνω, κι ἴσως τοῦ γονιοῦ τὸ γυρισμὸ ἐκεῖ μάθη,κι ἔτσι μᾶς βγάλη κι ὄνομα λαμπρὸ μὲς στοὺς ἀνθρώπους.”Εἶπε, καὶ σάνταλα ἔδεσε στὰ πόδια της πανώρια, ἀχάλαστα κι ὁλόχρυσα, ποὺ πεταχτὰ τὴ φέρνουν ἀπὸ στεριὲς καὶ θάλασσες σὰ φύσημα τοῦ ἀνέμου· πῆρε κοντάρι δυνατὸ μὲ μύτη ἀκονισμένη,βαρύ, μεγάλο καὶ στεριό· μὲ δαῦτο ἡρώους ἄντρες σωροὺς δαμάζει ἂν ὀργιστῆ τοῦ φριχτοῦ Δία ἡ κόρη.
Ἀπὸ του Ὀλὐμπου χύμιξε τὰ κορφοβούνια τότες στὸ Θιάκι, κι ὀμπρὸς στάθηκε στὶς θύρες του Ὀδυσσέα, πὰς στὸ κατώφλι τῆς αὐλῆς, κρατώντας στὴν παλάμη τὸ χάλκινο κοντάρι της, καὶ μοιάζοντας μὲ ξένο, τὸ Μέντορα τὸ βασιλιὰ τῆς Τάφος. Ἐκεῖ βρῆκε καὶ τοὺς μνηστῆρες τοὺς τρανούς· γλεντίζανε μὲ σκάκι ὀμπρὸς στὶς θύρες σὲ προβιὲς βοδιῶνε καθισμένοι,
ποὺ ἴδιοι τους τὰ σφάξανε· κι ὁλόγυρά τους πλῆθος παραστεκόνταν κήρυκες καὶ πρόθυμα κοπέλιαποὺ ἄλλοι μὲ τὸ κρασὶ νερὸ μὲς στὰ κροντήρια σμίγαν, ἄλλοι τραπέζια πλένανε μὲ τρυπητὰ σφουγγάρια, καὶ στρώνανέ τα· κι ἄλλοι τους τὰ κρέατα μοιράζαν.
  Κι ὁ θεόμορφος Τηλέμαχος τὴν εἶδε πρῶτος πρῶτος. Στὸ πλάγι τους καθότανε μὲ σπλάχνα ταραγμένα....

Λέει τότες ὁ Τηλέμαχος τῆς γαλανοματούσας  θεᾶς, κοντά της σκύβοντας, νὰ μὴν ἀκούσουν οἱ ἄλλοι·“Τάχα θὰ κρίνης ἄπρεπο τὸ τί θὰ πῶ, καλέ μου;
Αὐτοὶ στὸ νοῦ τους ἔχουνε κιθάρες καὶ τραγούδια,καὶ τί τοὺς μέλει; ξένο βιὸς ἀπλέρωτα μασᾶνε,
τοῦ ἀντροῦ ποὺ τ' ἄσπρα κόκκαλα μὲς στὶς βροχὲς σαπίζουν πὰς σὲ στεριὲς, ἢ στ' ἁρμυρὸ κυλιοῦνται ἴσως τὸ κῦμα.
Μιὰς νὰ τὸν ἔβλεπαν ἐκειὸν νὰ μπαίνη μὲς στὸ Θιάκι, καὶ θὰ παρακαλούσανε νά 'ναι ἀλαφροὶ στὰ πόδια   κάλλιο, παρὰ στὶς φορεσὲς καὶ στὰ χρυσάφια πλούσιοι.

Τότε ἡ Παλλάδα ἡ Ἀθηνᾶ τοῦ λέει χολοσκασμένα·
“Ἀλλοίς, καὶ πόσο χρειάζεσαι τὸν Ὀδυσσέα κοντά σου,
ἐτούτους τοὺς ξεδιάντροπους μνηστῆρες νὰ βαρέση.Νὰ ἐρχόταν τώρα νὰ σταθῆ στοῦ παλατιοῦ τὶς πόρτες,μὲ ἀσπίδα, μὲ περίκρανο καὶ μὲ τὰ δυὸ κοντάρια,τέτοιος στήν ὄψη σὰν ποὺ ἐγὼ τὸν εἶδα πρῶτα πρῶτα σὰν ἔπινε καὶ γλέντιζε στὸ σπιτικὸ μας μέσα, ἀπὸ τὸ γιὸ τοῦ Μέρμερου γυρίζοντας, τὸν Ἴλο,τῆς Φύρας, πού μὲ πλοῖο γοργὸ ξεκίνησε, βοτάνι ζητώντας του θανατερό, ν' ἀλείψη τὶς χαλκένιες σαΐτες του· δὲν τοῦ 'δωσε, τὴ μάνητα φοβώντας ἐκεῖνος τῶν ἀθάνατων· ὁ γέρος μου ὅμως τότες τοῦ τό 'δωσε, ἀγαπώντας τον περίσσια· τέτοιος νά 'ρθη καὶ ν' ἀνταμώση ἐτουτουνοὺς ὁ Ὀδυσσέας, καὶ θά 'ναι ὅλων τὸ τέλος ξαφνικό, κι ὁ γάμος τους φαρμάκι."

ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ , μπροστά ο Αντίνοος και ο Ευρύμαχος, απο το μουσικαλ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΩΝ MARCO  KAI MASSIMO GRIEGObyby Marco & Massimo Grieco
 Marco & Massimo Grieco


Κι ἀπὸ φαγὶ κι ἀπὸ πιοτὸ σὰ φράθηκε ἡ καρδιά τους, ἄλλα στὸ νοῦ τους εἴχανε οἱ μνηστῆρες· τὰ τραγούδια καὶ τὸ χορό, χαρίσματα τοῦ τραπεζιοῦ σὰν πού 'ναι· λαμπρὴ κιθάρα ὁ κήρυκας παράδωσε στὰ χέρια τοῦ Φήμιου, ποὺ μὲ τὸ στανιὸ τραγούδαε στοὺς μνηστῆρες,
Κι ἀπὸ τ' ἀνώγια ἀκούγοντας τὸ θεῖο αὐτὸ τραγούδι ἡ Πηνελόπη ἡ φρόνιμη, τοῦ Ἰκάριου ἡ θυγατέρα,κατέβηκε τὶς ἁψηλὲς τοῦ παλατιοῦ τὶς σκάλες, μόνη της ὄχι· ἀντάμα της δυὸ βάγιες κατεβῆκαν.
Κι ἡ ζουλεμένη ἀρχόντισσα σὰν πῆγε στοὺς μνηστῆρες, πλάγι τοῦ στύλου στάθηκε τῆς δουλευτῆς τῆς στέγης σηκώνοντας στὴν ὄψη της τὸ λιόλαμπρο φακιόλι,μὲ τὶς παραστεκάμενες ἀπο τὰ δυὸ πλευρά της, καὶ κρένει τοῦ τραγουδιστῆ μὲ μάτια δακρυσμένα·“Φήμιε, ποὺ κι ἄλλα γνώριζες μαγευτικὰ τραγούδια, μ' ὅσα θνητοὺς κι ἀθάνατους δοξάζετε ἐσεῖς πάντα,
ἕν' ἀπ' αὐτὰ τραγούδα τους σιμά τους καθισμένος,κι αὐτοὶ ἂς σωποῦν κι ἂς πίνουνε· πάψ' τὸ τραγούδι ἐτοῦτο, τὸ θλιβερό, ποὺ τὴν καρδιὰ μοῦ σκίζει μὲς στὰ στήθια, γιατὶ σὰν ἄλληνα καμιὰ βαρὺς καημὸς μὲ δέρνει, κι ὁλημερὶς ἀνιστορῶ καὶ λαχταρῶ τὸν ἄντρα, ποὺ στὴν Ἐλλάδα ἡ δόξα του καὶ στ' Ἄργος ὅλο ἁπλώθη.”
Η ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ Louis Jean François Lagrenée

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΜΟΥΣΕΣ



Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ NICOLAS POUSSIN  1636 The Wallace Collection, London

Οι Μούσες συμβόλιζαν το μεγαλείο της τέχνης· το ωραίο όχι μόνο στη μορφή, μα και στο περιεχόμενο. Ήταν φωτεινές και ήπιες μορφές που μέχρι σήμερα προσωποποιούν την παρηγοριά που φέρνει η τέχνη και η ηθική στη ζωή των ανθρώπων, καθώς και την ομορφιά που της δίνει.
Οι Μούσες ήταν "ομόφρονες" και τόσο συνδεδεμένες μεταξύ τους που  "αρκεί να επικαλεστείς μια Μούσα, και σε ακούν και έρχονται όλες".
Στα ομηρικά έπη, οι Μούσες, ως θεές της ποίησης, κατέχουν πολύ σημαντική θέση· όταν ο ποιητής αρχίζει την αφήγηση του κάθε έπους, ζητά από τη Μούσα να τον βοηθήσει στο να θυμηθεί τα γεγονότα του παρελθόντος. Στα ομηρικά έπη, λοιπόν, εμφανίζονται, πάνω απ' όλα, ως θεότητες της Μνήμης, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατη η επική ποιητική δημιουργία.


ΙΛΙΑΔΑ
Ραψ. Α  Την μήνιν άδε θεά, του Πηλειάδου Αχιλλέως την ολεθρία, που μύρια στου Αχαιούς άλγη έθηκε και πολλές γενναίες ψυχές στον Αδην έστειλεν ηρώων……Ποιος άραγε αυτούς θεός σε έριδα συνέβαλε να μάχωνται, της Λητούς  και του Διός ο γιός, ο εκηβόλος Απόλλωνας, γιατί αυτός με τον βασιλιά χολωθείς νόσο στον στρατόν ώρθωσε κακή λαοί, ένεκα που τον Χρύση δεν ετίμησε τον ιερέα ο Ατρείδης.
ΡΑΨ.Β ΣΤΙΧ.484-
Ειπέτε με τώρα Μούσες, που Ολύμπια δώματ΄έχετε γιατί εσείς θεές είστε, παρίστασθε και ξέρετε τα πάντα, εμείς το κλέος μόνο ακούμε, κι ουδέν γνωρίζουμε, ποιοι οι ηγεμόνες των Δαναών και ποιοι οι αργηγοί ήσαν…..»
ΡΑΨ. Λ ΣΤΙΧ. 215
Ειπέτε με τώρα Μούσες που Ολύμπια Δώματ΄έχετε, ποιος ήταν αυτός που πρώτος στον Αγαμέμνωνα ενάντιος ήλθε ή από αυτούς τους Τρώες ή από τους ξακουστούς επικούρους.
ΡΑΨ.Ξ  ΣΤΙΧ. 508-523.
Ειπέτε μου τώρα Μούσες που Ολύμπια Δώματ΄έχετε ποιος πρώτος απ΄τους Αχαιούς ματωμένα λάφυρα πήρε, όταν έκλινε προς αυτούς την μάχην ο ξακουστός Κοσμοσείστης.

Και το  έπος  της ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ ξεκινάει με επίκληση προς τη Μούσα:
"Τον άνδρα ειπέ μου, Μούσα, τον πολύστροφο, που πάρα πολύ επλήγη,
αφού της Τροίας την ιερήν πόλιν εξεπόρθησε'και πολλών ανθρώπων είδεν άστεα και νουν εγνώρισε, και πολλά αυτός στον πόντον έπαθε άλγη στο θυμικό του,
για να σώσει την ψυχή του και το νόστο των εταίρων"

 Ο Ομηρος αναφέρει τον αριθμό των Μουσών μόνο  στο στίχο της Οδύσσειας ω 60 ("Οι Μούσες εννέα όλες η μία μετά την άλλη με φωνή καλή θρηνούσαν"),

Η ΜΟΥΣΑ ΚΑΛΛΙΟΠΗ (ΤΗΣ ΕΠΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ) ΚΑΙ Ο ΟΜΗΡΟΣ Charles Meynier Cleveland Museum of Art

 Τους επικούς ποιητές τους ενέπνεαν ακόμη η Ουρανία και η Κλειώ
Ο Ησίοδος, βέβαια, και στη "Θεογονία" "Απο τις Ελικωνιάδες Μούσες το τραγούδι ας αρχίσουμε..."
και στο "Έργα και ημέρες" "Μούσες από την Πιερία, που με τα άσματά σας δοξάζεται, εμπρός, για το Δία μιλήστε, υμνείστε τον πατέρα σας..." ξεκινάει με επίκληση προς τις Μούσες.
Στη "Θεογονία" περιγράφει τη γένεσή τους και αναφέρει τα εννέα ονόματα που τους έχουν δοθεί, ενώ τονίζει χαρακτηριστικά "Μακάριος αυτός που τον αγαπούν οι Μούσες..."

Μητέρα τους ήταν η Μνημοσύνη, κόρη του Ουρανού και της Γης, που κοιμήθηκε με τον Δία στην Πιερία, βόρεια του Ολύμπου, για εννιά διαδοχικές νύχτες. Έτσι γέννησε  εννιά κόρες, που τις μάγευε όλες η μουσική και η ποίηση και  αποτέλεσαν μια λαμπρή χορωδία.
Το θέμα των τραγουδιών τους ήταν πάντα η αρχοντική καταγωγή των θεών, τους οποίους εγκωμίαζαν με τον πιο όμορφο τρόπο και κυρίως το μεγαλείο του Δία που δημιούργησε τον "κόσμο" και τους κανόνες που διέπουν τη ζωή των θεών και ανθρώπων. Η στενή τους σχέση με το Δία φαίνεται και από το γεγονός ότι ήταν οι μόνες θεότητες που έχουν το επίθετο "Ολυμπιάδες".

    ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ  Jacob de Wit  Rijksmuseum, Amsterdam


Οι Μούσες έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς σ' ολόκληρη την Ελλάδα· ίχνη της λατρείας τους βρέθηκαν στην Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, όπου μάλιστα λεγόταν ότι είχε γίνει ο αγώνας τραγουδιού μεταξύ Μουσών και Σειρήνων.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, όταν γεννήθηκαν οι Μούσες γεννήθηκε και η τέχνη της  Μουσικής.

Jean Auguste Dominique Ingres Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ  1856  ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ ΛΟΥΒΡΟΥ
 
 Η Καλλιόπη, η πρώτη των Μουσών και πιο σεβαστή απ' όλες, ήταν η Μούσα του ηρωικού έπους, η Κλειώ ήταν η Μούσα της ιστορίας, η Ευτέρπη της αυλητικής  Τέχνης, η Τερψιχόρη της λυρικής ποίησης και του χορού), η Ερατώ του υμεναίου και του γάμου, άρα και της ερωτικής ποίησης. Η Μελπομένη ήταν η Μούσα της τραγωδίας, η Θάλεια της κωμωδίας, η Ουρανία της αστρονομίας και  η Πολύμνια των Υμνων. Οι  επικοί ποιητές  εμπνέονταν και απο την Ουρανία και η Κλειώ.


Η λατρεία των Μουσών ήταν πολύ διαδεδομένη στην αρχαιότητα και υπήρχαν πολλά ιερά προς τιμήν τους σε όλη την Ελλάδα. 
Σύμφωνα με τον Ησίοδο οι Μούσες διέμεναν στον Ελικώνα με το δάσκαλό τους, τον Απόλλωνα, γι’ αυτό  ονομάστηκαν «Ελικωνιάδες».

Το ιερό τους βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του Ελικώνα, κοντά στην Άσκρα. Εκεί, γύρω στο 700 π.Χ. ένας βοσκός είδε να φανερώνονται μπροστά του οι εννέα Μούσες για να του προσφέρουν για όλη την υπόλοιπη ζωή του την έμπνευση που τον έκανε έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές της αρχαιότητας. Ήταν ο Ησίοδος, ο θεμελιωτής της ελληνικής μυθολογίας, αλλά και σημαντική πηγή γνώσης σε θέματα όπως η γεωργία, η αστρονομία και η οικονομία .


Στις Θεσπιές διοργανώνονταν κάθε τέσσερα χρόνια τα «Μουσεία», γιορτές προς τιμήν των Μουσών. Οι γιορτές διεξάγονταν στο ιερό άλσος των Μουσών, όπου υπήρχε και η ιερή πηγή Αγανίππη, θαυματουργός πηγή, το νερό της οποίας είχε την ιδιότητα να μετατρέπει σε ποιητές αυτούς που το έπιναν. Στα «Μουσεία» συμμετείχαν ποιητές, μουσικοί και αθλητές. Οι συμμετέχοντες διαγωνίζονταν στη σάλπιγγα, στην επική ποίηση, στην ραψωδία, στην κιθάρα, στον αυλό, στη σατυρική ποίηση και στην υποκριτική τραγωδίας και κωμωδίας.  Οι νικητές στεφανώνονταν με κισσό ή ροδοδάφνη που ήταν τα ιερά φυτά των Μουσών.

Στις ζωγραφικές και γλυπτικές απεικονίσεις οι καλλιτέχνες τις παρουσιάζουν ως αέρινες μορφές με στοχασμό και θεϊκή ομορφιά, που κρατούν δάφνες και μουσικά όργανα και απαγγέλλουν ή τραγουδούν ολόγυρα από το μεγάλο δάσκαλο Απόλλωνα. Εντύπωση κάνει στον αναγνώστη των αρχαίων λόγων, ότι κανείς δεν αμφισβητεί την ύπαρξη τους.

Ο Παυσανίας υποστηρίζει ότι υπήρχαν δύο γενιές Μουσών,. Η πρώτη γενιά ήταν 3Η ΜΝΗΜΗ, Η ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΙ Η ΑΟΙΔΗ  και ήταν κόρες του Ουρανού και της Γαίας, και στη δεύτερη, ήταν 9 και ήταν κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Στους Δελφούς λάτρευαν 3 άλλες μούσες, την Νήτη, την Μέση και την Υπάτη, οι οποίες παραλληλίζονται με τις τρεις χορδές της ΛΥΡΑΣ



 

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ


ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ Giovanni Battista Tiepolo  Palazzo Labia  ΒΕΝΕΤΙΑ 1746(1746)
Κι' η Αυγή με τον Αστραίο γέννησε τους δυνατόκαδους ανέμους και τον ξαστερωτή τον Ζέφυρο και τον γοργόδρομο βορέα και τον Νότο, ερωτικά με τον θεό σαν πλάγιασεν η θέαινα" (Ησίοδ. Θεογονία
Η ΗΩΣ Jan Rayzner  ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ ΑΠΟ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΤΩΝ ΚΑΘΡΕΠΤΩΝ ΣΤΟ Wilanów Palace ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΑΡΣΟΒΙΑ
Ζέφυρος είναι δυτικός άνεμος. Σύζυγος της Ιριδας, της προσωποποίησης του ουράνιου τόξου, απέκτησε, έλεγαν, από αυτήν τον Έρωτα. Ωστόσο και από την Αρπυια Ποδάγρη απέκτησε ο Ζέφυρος παιδιά, όταν έσμιξε ερωτικά μαζί της σ' ένα λιβάδι κοντά στο ρεύμα του μεγάλου ωκεανού. Κι ήταν τα παιδιά τους δυο θαυμαστά άλογα, ο Ξάνθος και ο Βαλίος, που έτρεχαν σαν τον άνεμο (Ομηρος, Ιλιάδα π 148 - 151). Τα άλογα αυτά κληρονόμησε ο Αχιλέας από τον πατέρα τον Πηλέα, χάρισμα γαμήλιο σ' αυτόν του Ποσειδώνα.
ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ , ΞΑΝΘΟΣ ΚΑΙ ΒΑΛΙΟΣ Anthony van Dyck National Gallery, London, 1635
Μεταγενέστερες πηγές (Ovid. Fast. 5, 195 - 206) διασώζουν την παράδοση πως ο Ζέφυρος κυνήγησε τη νύμφη Χλωρίδα (Φλώρα) κι από τον έρωτα τους γεννήθηκαν όλα τα λουλούδια της άνοιξης. Ο Ζέφυρος, γρήγορος όσο και ο Βορέας, ήταν άλλοτε καταστροφικός, άλλοτε απαλός και καλοδεχούμενος και δρόσιζε αιώνια τόπους παραδείσιους, όπως ήταν οι κήποι του Αλκίνοου και τα Ηλύσια πεδία (ομ. Οδ. 7, 112 κ.ε. και 4, 563 - 568).
ΖΕΦΥΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ "Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ" Sandro Botticelli’  1482 Uffizi Gallery ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

Του Ζέφυρου και του Βορέα τη συνδρομή επικαλείται ο Αχιλλέας για να ανάψουν με την πνοή τους τη νεκρική πυρά του φίλου του, του Πάτροκλου που έπεσε στην Τροία (Ομηρ. Ιλ. Ψ. 192 - 218). Την ικεσία του ήρωα την άκουσε η Ίρις και φτερωτή καθώς ήταν, έφτασε μεμιάς στα ανάκτορα του Ζέφυρου, όπου απάντησε και τους άλλους ανέμους συναγμένους σε κοινό συμπόσιο. Μόλις άκουσαν ο Ζέφυρος και Βορέας το μήνυμα της, "επεκτάθηκαν με θόρυβο, ταράζοντας τα σύγνεφα έμπροσθεν τους. Και ως διάβαιναν το πέλαγος απ' την σφοδρή πνοή τους σηκώνονταν τα κύματα και αμ' έφθασαν στην Τροία, έπεσαν μέσα στην πυρά κι εβρόντα ευθύς η φλόγα.
Για τον Βορέα, τον βόρειο άνεμο που κατέβαινε από τη Θράκη κι έφερνε το χαλάζι και το χιόνι (ομ. ιλ. Ο 170 - 171. Τ 357 - 358), έλεγαν πως όταν είδε τις φοράδες του Εριχθόνιου, του γιου του Δάρδανου, στην Τροία τις πόθησε και αφού πήρε τη μορφή του ίππου, πλάγιασε μαζί τους. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν δώδεκα πουλάρια που έτρεχαν σαν τον άνεμο, θαρρείς, πετούσαν πάνω από γη και πέλαγο χωρίς να τα αγγίζουν.
Κάποτε πάλι, όταν ο Βορέας βρέθηκε στην Αττική, η μοίρα το 'φερε να απαντήσει την Ωρείθυια, τη θυγατέρα του βασιλιά της Αθήνας Ερεχθέα, να παίζει με τις φίλες της ή σύμφωνα με άλλες παραλλαγές, να χορεύει, ή να μαζεύει λουλούδια. Αμέσως τότε την ερωτεύτηκε. Πού ακριβώς την πρωτοείδε κανείς δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα, άλλοι πίστευαν στις πηγές του Κηφισού, άλλοι στην περιοχή της ακρόπολης. Όπου κι αν ήταν πάντως, ένα ήταν βέβαιο, πως όρμησε στη συντροφιά των κοριτσιών, άρπαξε την Ωρείθυια και πετώντας τη μετέφερε στη μακρινή πατρίδα του. Από το γάμο τουε γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ζήτης και ο Κάλαϊς και δύο θυγατέρες, η κλεοπάτρα και η Χιόνη. Η Κλεοπάτρα παντρεύτηκε το Φινέα, βασιλιά στη Θράκη, ενώ τη Χιόνη την αγάπησε ο Ποσειδώνας και μαζί απέκτησαν τον Εύμολπο.
Η ξαφνική δημοτικότητα του μύθου της απαγωγής της Ωρείθυιας κατά τις αρχές του 5ου αι. π.χ. οφείλεται σε μια παράδοση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (7, 189). Κατά τους Περσικούς πολέμους και πριν από τη μάχη στο Αρτεμίσιο, το 480 π.χ., δόθηκε στους Αθηναίους χρησμός να ζητήσουν τη βοήθεια του "γαμβρού" τους. Οι Αθηναίοι, στην προσπάθεια τους να ερμηνεύσουν τον θεϊκό λόγο, θυμήθηκαν πως, παλιά, ο Βορέας είχε αρπάξει την αθηναία βασιλοκόρη Ωρείθυια και επομένως αυτός και δεν αμφέβαλλαν καθόλου, ήταν το πρόσωπο που υπαινισσόταν ο χρησμός. Γι' αυτό και ικέτεψαν τη βοήθεια αυτού και της Ωρείθυιας για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό. Πραγματικά ξέσπασε τότε ένας δυνατός βόρειος άνεμος που κράτησε τρείς ολάκαιρες μέρες και κατέστρεψε 400 πλοία του περσικού στόλου. Ευγνώμονες μετά τη νίκη τους οι Αθηναίοι ίδρυσαν ιερό στον Βορέα στις όχθες του Ιλισσού. Για ανάλογες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ιερά του και σε άλλα μέρη (Παυσανίας 8. 36.6).

Στους τρεις ανέμους του Ησιόδου, τον Ζέφυρο, τον Βορέα και τον Νότο, προσθέτει ο Όμηρος και τον Εύρο  Ιλιάδα , Οδύσσεια, ε 295 - 96), που είναι ανατολικός, ή νοτιοανατολικός, όπως χαρακτηρίζεται στο "Ωρολόγιον του Ανδρόνικου του Κυρρήστου" (Πύργος των Ανέμων, στην Πλάκα). Στο οικοδόμημα αυτό της ρωμαικής Αγοράς στην Αθήνα, του δεύτερου τέταρτου του 1ου αι. π.χ. ή κατ' άλλους του ύστερου 2ου αι. π.χ., εικονίζονται και επιγράφονται όχι μόνο οι κύριοι άνεμοι αλλά και οι ενδιάμεσοι. Όπως ήταν φυσικό, η ονοματολογία των ανέμων τα ονόματα με μυθοπλασίες.

Ο Ζέφυρος, ο Βορέας, ο Νότος εξουσίαζαν με τη δυναμική παρουσία τους και δρούσαν ευεργετικά αλλά και συχνά κακόβουλα απέναντι στους ανθρώπους.

Με ιεροτελεστίες και μαγικές πρακτικές προσπαθούσαν να εξευμενίσουν του ανέμους οι αρχαίοι και όριζαν ειδικούς λειτουργούς για το σκοπό αυτό. Στην Αττική ήταν οι "Ευδάνεμοι", στην Κόρινθο, οι "Ανεμοκοίται". Ακόμη και για τον Εμπεδοκλή παραδίδεται ότι προέβη σε μαγικές πράξεις για την κατάπαυση των "ετήσιων" (Διογ. Λαέρτ).

Ο Ηρόδοτος   μας πληροφορεί ότι στη θυία, στους Δελφούς, ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια των περσικών πολέμων ιερό των ανέμων, όπου οι κάτοικοι τους πρόσφεραν θυσίες, έπειτα από χρησμό που τους δόθηκε, ότι οι άνεμοι θα γίνουν σύμμαχοι των Ελλήνων στον αγώνα τους κατά των Περσών.
Άρπυιες
Οι φτερωτές Άρπυιες, ήταν και αυτές, όπως οι Βορεάδες, δαίμονες του ανέμου. Αυτό άλλωστε υπαινίσσονται και τα ονόματα που τους αποδίδει ο Ησίοδος: Αελλώ και Ωκυπέτη, αφού η πρώτη ταυτίζεται με την άελλα, τον ανεμοστρόβιλο και η δεύτερη είναι εκείνη που πετά γρήγορα.
Θυγατέρες του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας, η Αελλώ και η Ωκυπέτη είχαν αδελφή τους την Ίριδα. Στον Όμηρο ο αριθμός τους είναι ακαθόριστος. Ωστόσο μνημονεύεται μια από αυτές, η Ποδάργη.
Οι Άρπυιες είχαν την καταστροφική δύναμη της θύελλας και μ΄αυτήν ταυτίζονται στον Όμηρο. Προκαλούσαν τρόμο στους ανθρώπους γιατί τους άρπαζαν αυτούς και τα υπάρχοντά τους (Ομ. Οδ.. α. 241.ξ. 371), όπως άλλωστε δηλώνει και το όνομά τους, (Άρπυιες - ανερέπτομαι - αρπάζω). Έτσι άρπαξαν και τις θυγατέρες του Πανδάρεου και τις πήγαν δούλες στις Ερινύες(Ομ. Οδ. υ 66-78). Ως θεότητες του ανέμου σχετίζονται άμεσα με τον κόσμο των νεκρών, αφού όποιον θνητό άρπαζαν εκείνος δεν γύριζε ξανά πίσω.
Γι΄αυτό και η Πηνελόπη, απελπισμένη από την πολύχρονη απουσία του άνδρα της, του Οδυσσέα, παρακαλεί να την πάρουν οι θύελλες για να σωθεί από τα βάσανα της ζωής της (Ομ. Οδ. υ 79).

 
Ο Πύργος των Ανέμων», στην ΠΛΑΚΑ, Χαρακτικό των J. Stuart και N. Revett, του έτους 1762.
Μοναδικός στον κόσμο, ο Πύργος των Ανέμων ή Ωρολόγιο του Ανδρονίκου του Κυρρήστου – από το όνομα του κατασκευαστή του, αστρονόμου, που καταγόταν από τη μακεδονική Κύρρο – εκτιμάται ότι χτίστηκε το 47 π.Χ. .

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Η ΑΘΗΝΑ ΣΤΟΝ ΤΡΩΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ




Η ΑΘΗΝΑ ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ  by Bartholomeus Spranger C. 1591 (Στον πινακα φαίνονται και οι Μουσες)
ΡΑΨ. Α
 Η ΑΘΗΝΑ , ήρθε ουρανόθεν , την ώρα που ο Αχιλλέας ύστερα από τον καυγά του με τον Αγαμέμνωνα που του πήρε την Βρησιίδα, τράβηξε από την θήκη μέγα ξίφος για να σκοτώσει τον  Ατρείδη. Η θεά όμως που την προέπεμψε η Ηρα, που αμφότερους πολύ αγαπούσε και φρόντιζε, εστάθη  όπισθεν και την  ξανθιά κόμη έπιασε του Πηλείωνα μόνο σε εκείνο φαινόμενη και για τους άλλους αόρατη. ΣΤΙΧ. 193-222

 ΑΘΗΝΑ ΣΥΓΚΡΑΤΕΙ ΤΟΝ ΘΥΜΩΜΕΝΟ ΑΧΙΛΛΕΑ ΠΟΥ ΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝΑ  GIOVANNI BATTISTA TIEPOLO Villa Valmarana, Vicenza, Italy

 
ΡΑΨ. Ε
Η Αθηνά βοηθά τον Τυδείδη Διομήδη και του δίνει μένος και θάρρος ,ώστε κατάδηλος μεταξύ πάντων να γίνει και να πάρει κλέος εσθλόν. Και βγάζει από την μάχη τον Αρη και τον αφήνει στις όχθες του ποταμού Σκαμάνδρου. ΣΤΙΧ.1-8
Ο Διομήδης σκοτώνει τον Φηγέα έναν από τους γιούς του Δάρη, Ιερέα του Ηφαιστου, ο οποίος επεμβαίνει και σώζει  τον άλλο γιό του τον Ιδαίο, αφού τον κάλυψε με νύκτα. ΣΤΙΧ. 9-37
Ο Διομήδης επικαλείται πάλι την Αθηνά και η θεά τον άκουσε, γόνατα του έθηκεν ελαφρά, πόδια και χέρια επάνω, κοντά δε ιστάμενη έπη φτερωτά είπε.
«Με θάρρος τώρα , Διομήδη…… γιατί στα στήθη σου μένος πατρικό έφερα ατρόμητο, που είχεν ο πάλλων τρην ασπίδα ιππότης Τυδεύς. Την αχλύν από τους οφθαλμούς σου πήρα καλά να ξεχωρίζεις τον θεό από τον άνδρα.» ΣΤΙΧ.115-132
Η ΑΘΗΝΑ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΙ ΤΟΝ ΔΙΟΜΗΔΗ ISSAC TAYLOR
 
Ο Τληπόλεμος (αυτός που αντέχει τον πόλεμο) σκοτώνεται ενώ  τραυματίζει τον Σαρπηδόνα, αλλά οι θεικοί εταίροι να σώζουν, και η Αθηνά τρέπει την γνώμη του Οδυσσέα  που μάνιασε το  φίλον ήτορ (φιλοκάρδι του) και ήθελε να σκοτώσει τον Σαρπηδόνα και κατά το πλήθος των Λυκίων ορμά, όπου πλείονες εξ  ΄αυτών απεκτείνει. ΣΤΙΧ.627-680
Η Ήρα ενόησε τον Εκτορα με τον Αρη που  εξωλόθρευαν τους Αργείους και προείπε στην Ατρυτώνη Αθηνά να ξαναθυμηθούν την θούριαν αλκή τους και να μην αφήσουν τον Αρη να μαίνεται.  Τους χρυσοστέφανους ετοίμασεν ίππους ενώ η Ηβη στα οχήματα έβαλε καμπύλους τροχούς χάλκινους οκτάκτινους και υπο τον ζυγόν ήγαγεν η Ηρα τους ταχύποδες ίππους, επιθυμώντας έριδα και αλαλαγμόν. ΣΤΙΧ.711-732
Οι πύλες μυκήθηκαν τ΄ουρανού, που τις έχουν οι Ωρες γιατί σε αυτές έχουν ανατεθεί τον μέγαν Ουρανό και τον Ολυμπο ν΄ανοίγουν με πυκνό νέφος να κλείνουν.  Στην ακρότατη κορυφή έυρον καθήμενο τον Κρονίωνα που της προσείπεν « Εμπρός , συνάγειρε και σπρώξε πάνω στον Αρη την λαφυραγωγόν Αθηνά που συνηθίζει κακές οδύνες να του δίνει.» ΣΤΙΧ.748-765.


Η ΜΑΧΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΑΡΗ Joseph-Benoît Suvée  Musee des Beaux-Arts, Lille, France
Η Αθηνά αφού άφησε πέπλο να χυθή τον απαλό του πατρός το κατώφλι, το ποικιλοστόλιστο που αυτή εποίησε κι απέκαμε με τα χέρια της, χιτώνα ενδυθείσα του νεφεληγερέτου Διός με όπλα για τον πόλεμο θωρακίστηκε τον δακρυόεντα. Γύρω στους ώμους έβαλεν αιγίδα με θύσανο δεινή, που από παντού ο φόβος στεφανώνει κι εντός η Ερις και η Αλκή και η κρύα Ιωκή και της Γοργούς η κεφαλή δεινή πελώρια φοβερή, Διός σημάδι του αιγιδοφόρου.
Στο κεφάλι περικεφαλαία με λοφίο γύρω έθεκεν τετράφαλη χρυσή, στο φλογερόν όχημα με τα πόδια ανέβηκε και έλαβεν δόρυ βαρύ μέγα στιβαρό, με το οποίο δαμάζει στίχες ανδρών ηρώων, όσους την κόρη του οβριμοπάτρη έχουν θυμώσει.
ΡΑΨ. Ζ
Εδώ, οι θεοί απομακρύνθηκαν από την μάχη , οι Ελληνες σκοτώνουν πολλούς  Τρώες και ο Εκτωρ ακολουθώντας την συμβουλή του Ελενου παρακινεί την μητέρα του Εκάβη να προσευχηθούν και να θυσιάσουν στην Αθηνα για να την εξευμενίσουν.
ΡΑΨ. Η      
Μόλις η θεά γλαυκώπις Αθηνά, Αργείους ενόησεν να σκοτώνουν στην κρατερή μάχη κατέβηκε από του Ολύμπου τις κορυφές πηδώντας στο Ιλιον το ιερό. Σ΄αυτήν ενάντιος ορθώθηκε ο Απόλλων από την Πέργαμο κάτω ιδών, και στους Τρώες βούλετο νίκην, και συναντήθηκαν κοντά στην βαλανιδιά.ΣΤΙΧ.17-22
Ηρθε και ο άναξ Απόλλων του Διός γιός και της προσείπε να παύσουν τον πόλεμο για εκείνη την μέρα και συνεχίζουν μετά μέχρι το τέρμα του Ιλίου να εύρουν, αφού «…έτσι αποφασίσατε εσείς οι δύο αθάνατες, να εκπορθηθή τούτο το άστυ.»!!!.
Συμφώνησαν δε να ορθώσουν κρατερό μένος στον Εκτορα και να προκαλέση μόνος του σε μονομαχία ένα από τους Αχαιούς για να πολεμήσουν.

ΡΑΨ. Θ
Ηώς μεν κροκόπεπλος εκίδνατο πάσαν επ΄αίαν, και ο Ζεύς ο τερπικέραυνος συνέλευσιν θεών  ποιήσατο στην  ακρότατη κορυφή του πολυκορύφου Ολύμπου. Αυτός αγόρευε και οι θεοί υπάκουαν. Και απαγορεύει σε όλους θεούς και θέαιναι , αψηφώντας το έπος του να έρθουν αρωγοί σε Τρώες ή σε  Αχαιούς.  Πάντες εσίγησαν κι εσιώπησαν εκτός από την Αθηνά  που ζήτησε την άδεια μια συμβουλή να δώσουν στους Αργείους για να μην απωλεσθούν όλοι. Και προς αυτήν μειδιώντας είπεν ο Ζεύς. «Θάρρεψε, Τριτογένεια, φίλο τέκνο με καρδιά ανυποχώρητη δεν μιλώ και θέλω ήπιο να σου είμαι.» και όχημα έζεψε και στην Ιδη έφθασε , όπου τέμενός του και βωμός με θυμιάματα υπήρχε, και αφού ομίχλην περιέχυσεν στην κορυφή κάθισε για το κύδος χαίρων  εισορώντας των Τρώων την πόλιν  και τις νήες των Αχαιών.
Χολώθηκε ο Ζεύς όταν τις είδε και την Ιρις παρώτρυνε αγγελία να πάη.
«Σήκω πήγαινε, Ιρις ταχεία, πίσω να τρασπούν μη αφήνοντας ενάντιά μου να έρχονται, γιατί σε καλό δεν θα τις βγή αν πολεμήσουμε…… και τα έλκη δεν θα γιατρευτούν αν τις εγγίση κεραυνός. Για να δή η γλαυκώπις όταν με τον πατέρα μάχεται. Με την Ηρα δεν θυμώνω τόσο ούτε χολώνομαι γιατί παντα συνηθίσει να με ανακόπτη ότι κι αν είπω.» ΣΤΙΧ.397-424
Και γύρισαν πίσω και έλυσαν οι ωρες τους καλλίτριχας ίππους και ο ένδοξος κοσμοσείστη στην βάσι του το άρμα βάζει και απλώνει πάνω του το σκέπασμα. Μόνες χωριστά από τον Δία κάθησαν η Αθηνά και η Ηρα που τίποτε δεν τον ρώτησαν, όμως εκείνος γνωρίζοντας τι έχουν στις φρένες τους φώνησε.  « Γιατί έτσι τεθλιμμένες…….»
Και η Αθηνά σιωπούσε κι ούτε κάτι είπε σκυζομένη με τον πατέρα Δία χόλος άγριος την έπιασε, ενώ στης Ηρας το στήθος ο χόλος δεν χωρούσε.
Ο Δίας της αποκαλύπτει να σχέδια του, ότι πολύς στρατός αιχμομάχων των Αργείων θα σκοτωθεί γιατί την μάχη ο Εκτορας δεν θα σταματήσει μέχρι τον θάνατο του Πάτροκλου, γιατί έτσι θέσφατον είναι. ΣΤΙΧ.425-483
ΡΑΨ. Κ   
Η θεά Αθηνά εγγύθεν ισταμένη στον Διομήδη, ο οποίος συλλογιζόταν στις φρένες του τι να κάνει αν θα πάρει τα όπλα και θα γυρίσει πίσω στις νήες ή την ζωή και άλλων Θρακών να πάρει, του είπε. «Τον νόστο θυμήσου, τουτ μεγαθύμου Τυδέως γιέ, στις κοίλες νήες, μήπως κυνηγημένος φύγης και μήπως του Τρώες εγείρη άλλος θεός.»
Και μόλις είδε ο αργυρότοξος Απόλλων την Αθηνα μετα του του Τυδέως τον γιο να έπεται, με εκείνη κακιωμένος στων Τρώων κατεδύθη τον πολύν όμιλο και όρθωσε του Ρήσου ανεψιόν εσθλόν, τον βουληφόρο Ιπποκόωντα.  ΣΤΙΧ. 505-525

ΡΑΨ. Ρ 
Πίσω στον Πάτροκλο απλώθηκε πάλι κρατερή μάχη φοβερή πολυδάκρυτη , και διέγειρε την μάχην η Αθηνά ουρανόθεν καταβάσα, γιατί την έπεμψεν ο ευρύοπας Ζεύς να ορθώση τους Δαναούς, γιατί ο νούς του μετεστράφη.
ΡΑΨ Σ
Ωρθώθηκε ο Αχιλλεύς ο προσφιλής του Διός και γύρω η Αθηνά στους δυνατούς του ώμους έβαλεν αιγία θυσανωτή και γύρω την κεφαλή του με νέφος έστεφεν η έξοχη θεά χρυσό, και εξ΄αυτού έκαιγε φλόγα παμφανόωσαν (ολόλαμπρη), και από την κεφαλή του το σέλας στον αιθέρα έφθανε. Στάθηκε στην τάφρον χωρίς με τους Αχαιούς να αναμιχθή ακολουθώντας την συμβουλή της μητρός του και εκεί κραύγασε, και χωριστά η Παλλάς Αθηνά έσυρε φωνή και στους Τρώες ώρθωσεν άσπετον κυδοιμόν (ανείπωτη ταραχήν). Ολων ετρόμαξε η καρδιά μόλις άκουσαν την χάλκινη φωνή του Αιακίδου και οι ηνίοχοι εξεπλάγησαν όταν είδαν το ακάματο πύρ δεινόν υπέρ της κεφαλής του μεγαλοθύμου Πηλείωνος να καίη. Το άναβεν η θεά γλαυκώπις Αθηνά. Τρις υπέρ της τάφρου μεγάλην ιαχήν έβγαλεν ο θεικός Αχιλλεύς και τρίς ταράχθηκαν οι Τρώες και οι ένδοξοι επίκουροι. ΣΤΙΧ.202-238
ΡΑΨ Τ
Βλέποντας ο Ζεύς τον Αχιλλέα να μοιρολογεί τον Πάτροκλο στην Αθηνά προσείπε «Τέκνο μου τελείως απαρνήθηκες τέτοιον άνδρα. Αλήθεια λοιπον καθόλου πια δεν νοιάζεσαι τον Αχιλλέα που προ των ρθοκεράτων νηών κάθεται οδυρόμενος νηστικός και άφαγος. Ελα , νέκταρ και αμβροσία τερπνή στάξε στα στήθη του για να μην τον πιάση ο ατερπής (δυσάρεστος) λιμός»
Και πετάχτηκε η Αθηνά που τόθελε και από πρίν με αρπακτικόν ομοία που απλώνει τα φτερά οξύφωνον εξ΄ουρανού σάλταρε κάτω του αιθέρος.

 ΡΑΨ Φ
Και δεινόν, γύρω από τον Αχιλλέα ταραγμένον ίστατο κύμα  και δεν είχε που τα πόδια να στηρίξει, μια φτελιά έπιασε καλόφυτη μεγάλη που όμως ξεριζώθηκε, και στο πεδίο έτρεξε τρομαγμένος με τα γοργά του πόδια, ούτε όμως που έληγεν ο μέγας θεός, ώρμησε επ΄αυτού ακρομέλανος, για να καταπαύση από τον πόλεμο τον Πηλείδη , που πήδησεν ός του δόρατος η πεταξιά, του αετού την όψιν έχων του μέλανος, του θηρευτήρος, που συνάμα κράτιστος και τάχιστις είναι των πετεινών. Αλλά ο ποταμός  ρέων τον ακολουθούσε με μεγάλον ορυμαγδόν. Κι ο Πηλείδης νομίζοντας ότι θα πεθάνει αναφώνησε « Ζεύ πάτερ, κανένας από τους θεούς εμέ τον άμοιρο δεν βρέθηκε από τον ποταμό να σώση, έπειτα ότι είναι ας πάθω. Ας ήταν ο Εκτορ να με σκότωνε, τώρα από άθλιο θάνατο ήταν η ειμαρμένη ν΄απολεσθώ, ζωσμένος από μεγάλο ποταμό…» Γρήγορα έτρεξαν εγγύς του ο Ποσειδών και η Αθηνά με άνδρες μοιάζοντας και με το χέρι τους τον έπιασαν και τον καθησύχασαν με έπη. Πρώτος ο Ποσειδών  μίλησε , πριν απεβή στους αθανάτους « Πηλείδη, μήτε να τρέμης λίαν μήτε και να τρομάζης, γιατί εμείς οι δύο σε σένα εκ των θεών επίκουροι είμαστε του Διός συγκατανεύσαντος, εγώ και η Αθηνα, επειδή από ποταμό συ να δαμασθής δεν είναι γραφτό. Να μην πάψουν τα χέρια σου τον ισοδύναμο πόλεμο και στα τείχη του Ιλίου τον λαό να περικλείσεις και του Εκτορα την ζωή να πάρης και θα σου δώσουμε δόξα τρανή.»ΣΤΙΧ.233-304

Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΣΚΑΜΑΝΔΡΟ ΚΑΙ ΣΙΜΟΕΝΤΑ by  Auguste  Couder (ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΣΑΛΑ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ ) ΛΟΥΒΡΟ
ΡΑΨ Χ
Και ήλθε κοντά του ο Αχιλλεύς ίσος με τον Ενυάλιο, τον πολεμιστή με την περικεφαλαία, και γύρω του έλαμπεν ο χαλκός όμοιος με αντάυγεια ή πυρός καιομένου ή ήλιου ανατέλλοντος, και μόλις τον είδε ο Εκτορας φοβήθηκε και άρχισε να τρέχει , τρείς φορές έκαναν τον γύρο από τα τείχη και πέρασαν από μία ανεμοδαρμένη συκιά και από τις  δύο πηγές που ανέβλυζαν του όλο δίνες Σκάμανδρου. Και πάντες οι θεοί τους έβλεπαν και άρχισε να μιλεί ο πατήρ θεών και ανθρώπων. « Φίλον διωκόμενο περί το τείχος με τους οφθαλμούς μου βλέπω  και ολοφύρεται η καρδιά μου για τον Εκτορα…. Αλλά συλλογισθήτε , θεοί, και σκεφθήτε αν από τον θάνατο θα τον σώσουμε ή μήπως δια του πηλείδου Αχιλλέως θα τον δαμάσουμε κι ας είναι γενναίος.»
Και απαντά σε αυτόν η θεά Αθηνά « Πατέρα λευκοκέραυνε, μελανόνεφε, τι είπες, άνδρα θνητόν όντααπο παλιά πεπρωμένο να πεθάνη πως θέλεις από τον σύσηχο θάνατο να τον γλυτώσης πάλι. Ολοι οι θεοί δεν θα συναινέσουμε.»
«Εχε θάρρος Τριτογένεια, φίλον τέκνον με την καρδιά μου πρόφρονα δεν μιλώ και θέλω καλός με σένα να είμαι κάμε όπως ο νούς σου λέει και μη βραδύνης.» της απαντά ο Ζεύς. ΣΤΙΧ.131-185
Πρόθυμη η Αθηνά κατεβαίνει από τον Ολυμπο και στον Πηλείωνα έφθασε που κυνηγούσε ακόμη χυμώντας τον Εκτορα που τον προστάτευε ο Φοίβος Απόλλων. 
Ο ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΧΤΥΠΑ ΤΟΝ ΕΚΤΟΡΑ   Peter Paul Rubens, 1630-5

ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ στην παλια γέφυρα Heidelberg, Germany 1790